Ελληνική λογοτεχνία

'Η ζωή είναι πολύ σύντομη για τα καλά βιβλία, πρέπει να διαβάζουμε μόνο εξαιρετικά βιβλία''. Τίμπορ Φίσερ (Under the frog)

Friday, December 15, 2006

 

Ψευδαίσθηση

Καστανιώτης και πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Ο εκδοτικός οίκος που θεωρείται και όχι άδικα ’’θωρηκτό’’ της ελληνικής λογοτεχνίας προτιμάει ’’σίγουρες λύσεις’’. Είτε, ήδη, φτασμένους συγγραφείς, είτε δημιουργούς που έχουν ήδη δώσει δείγματα γραφής σε μικρότερους οίκους και έχουν κατορθώσει να αποκτήσουν κάποιο κοινό αναγνωστών. Έτσι, κάθε νέο όνομα που εμφανίζεται υπό την σκέπη του Καστανιώτη είναι ούτως ή άλλως σημείο αναφοράς. Όπως επίσης, πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι θα πουλήσει περίπου τα διπλά αντίτυπα (λόγω δυναμικής στην αγορά) απ΄ ότι σε κάποιο μικρότερο εκδότη λόγω αυξημένων δυνατοτήτων στη διανομή, τη διαφήμιση κλπ.
Ο Νίκος Α. Μάντης ήταν ο συγγραφέας που μας σύστησε πριν από δύο μήνες περίπου ο Καστανιώτης με την πρώτη του δουλειά. Όπως συνηθίζεται στην πλειοψηφία των πρωτοεμφανιζόμενων και ο Μάντης διάλεξε μια συλλογή διηγημάτων υπό τον τίτλο ’’Ψευδώνυμο’’ για την είσοδο του στη λογοτεχνία. Μέσα στα συν της δυναμικής του συγκεκριμένου οίκου είναι ότι ένας καλά συντονισμένος μηχανισμός δημοσίων σχέσεων (δεν είναι τυχαία κάποιος leader της αγοράς) ’’υποχρεώνει’’ τους κριτικούς να ανακαλύπτουν τον Μάντη πολύ πιο γρήγορα απ΄ ότι άλλους ’’φρέσκους’’ συγγραφείς. Η δουλειά του λοιπόν έτυχε αρκετών θετικών σχολίων. Καλή ευκαιρία για τους κριτικούς να ξεμπερδεύουν και με τους επικριτές τους που υποστηρίζουν ότι δεν ασχολούνται με όλο το εύρος της βιβλιοπαραγωγής και να έχουν ένα ισχυρό άλλοθι. Επί της ουσίας; Ο Μάντης κατέθεσε μια συλλογή έντεκα διηγημάτων με κοινό παρανομαστή τους τον αντρικό πόθο για τη γυναίκα είτε αυτός εκφράζεται με τη σεξουαλική επιθυμία, είτε μέσω αναμνήσεων, ονείρων, φωτογραφιών. Ο Μάντης προσπαθεί φιλότιμα να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση ανατροπών, μια σχεδόν κινηματογραφική πλοκή στα αφηγήματα του ορισμένα από τα οποία φλερτάρουν με το μεταφυσικό, το ονειρικό και τις υπαρξιακές αναζητήσεις. Η προσπάθεια του είναι και φιλόδοξη και φιλότιμη με ξεκάθαρες επιρροές σε ορισμένα από τα διηγήματα του από τον Βιζυηνό και τον Τόμας Μαν. Το οξύμωρο της υπόθεσης είναι ότι παρά τη γρήγορη ροή του λόγου και τον καλό χειρισμό της γλώσσας, παρά το περιορισμένο του εγχειρήματος (λιγότερες από 200 σελίδες) ο αναγνώστης κουράζεται ίσως γιατί σε κανένα από τα διηγήματα δεν έρχεται η κορύφωση με τη μορφή έκρηξης αλλά μάλλον σαν αναμενόμενη λύτρωση, σαν τον αναγκαίο επίλογο ή με ευρήματα εν πολλοίς αναμενόμενα και προβλέψιμα. Το πρώτο διήγημα ’’Αθάνατος στη Βενετία’’ με την ιστορία ενός γέροντα Καζανόβα με σταδιακά εκφυλισμένη μνήμη κερδίζει τις εντυπώσεις χάρη στη μελαγχολία που αναδίδει και είναι από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου. Το δεύτερο με τίτλο ’’Η μνηστή του Τόμπι Γουίλιαμς’’ μια παρωδία του σύγχρονου γκλάμουρ και της ματαιότητας του κόσμου των show buisness πετυχαίνει τον σκοπό του και ξεχωρίζει κυρίως για τον μοντερνισμό της γραφής. Η ’’Σκοτοδίνη’’ με κυκλική λογική εξέλιξης (στο ύφος και τη λογική που λάνσαρε επιτυχημένα ο Ιταλο Καλβίνο) παρά το αμφιλεγόμενο του σεναρίου του προσωπικά μου άρεσε, ενώ από τα διηγήματα που υπάρχουν μετά το μέσο του βιβλίου καλή εντύπωση αφήνει ’’Η άλλη σκοπιά’’, ενώ η ’’Λευκή΄΄ είναι μια ιστορία εμπνευσμένη και κοπιαρισμένη από το δελτίο συμβάντων της αστυνομίας. ’’Το ταμπελάκι’’ ξεκινάει φιλόδοξα αλλά καταλήγει άνευρα και χαλαρά. Τουλάχιστον, διαπραγματεύεται έξυπνα τον κοινό πόθο και πάθος παππού και εγγονού για μια γυναίκα. Από εκεί και πέρα, τα υπόλοιπα πέντε διηγήματα αφήνουν την εντύπωση ότι υπάρχουν για να συμπληρωθεί ένας συγκεκριμένος αριθμός σελίδων και διηγημάτων. Συνολικά, ο Μάντης δημιουργεί ως πρώτη εντύπωση ότι διαθέτει το χάρισμα της καλής γραφής αλλά χωρίς προγενέστερη εμπειρία στη γραφή αφήνει ημιτελείς τις ιδέες του ή τις συμπληρώνει με ατολμία και χωρίς διάθεση πρωτοτυπίας. Συνήθως είμαι επιεικής αναγνώστης (άρα και κριτής) των νέων συγγραφέων και δεν θα κάνω εδώ εξαίρεση. Θα περιμένω την επόμενη δουλειά του ή πότε θα δοκιμαστεί απέναντι στο απόλυτο crash test, ένα συμπαγές μυθιστόρημα για να καταλήξω σε συμπεράσματα. Το βέβαιο είναι και ας με συγχωρήσει ο κ.Μάντης για την άποψή μου είναι ότι διάβασα (και όποιος ανατρέξει στα αρχεία του blog μπορεί να το ανακαλύψει) πολύ καλύτερες δουλειές πρωτοεμφανιζόμενων ή νεαρών συγγραφέων (σε έργο, ηλικία ή και τα δύο μαζί) τον τελευταίο καιρό. Με τη διαφορά ότι εκείνοι δεν ευτύχησαν να έχουν τη σφραγίδα- εγγύηση αναγνώρισης και επιτυχίας του Καστανιώτη.

Βαθμολογία: 6 (με άριστα το 10)

Comments:
πολύ ωραία παρουσίαση!
 
Με προκαλείς, αλλά αντέχω. Ζηλεύω την τύχη του συγγραφέα. Για το ταλέντο του δεν μπορώ να πω τίποτα, εφόσον δεν τον έχω διαβάσει ακόμα. Για να τον ξεχωρίσει ο Καστανιώτης, κάτι είδε!
Καλές εμπνεύσεις του εύχομαι και σε σένα Καλές Γιορτές!
 
This comment has been removed by a blog administrator.
 
Δέν καταλαβαίνω την εμμονή του ιστολόγου στην οριστική αξιολόγηση ενός νέου συγγραφέα με βάση την επίδοσή του σε ένα μυθιστόρημα, παρά σε διηγήματα.

Είναι λοιπόν το διήγημα υποδεέστερη φόρμα να γράφει κανείς; Είναι λοιπόν, ας πούμε, ο Μπόρχες μή αξιολογήσιμος ως λογοτέχνης;
 
Ας κρίνουμε λοιπόν ο ένας τον άλλον. Κι ας τον βαθμολογήσουμε. Κι ας του κάψουμε την καρδιά. Κι ας τον αγνοήσουμε. Κι ας φερθούμε σαν κτήνοι. Κι ας φερθούμε επιεικώς. Κι ας σπαράξουμ. Κι ας φωνάξουμε: βοήθεια, έρχονται άνθρωποι κατά πάνω μας. Καλυφθείτε.
 
@agneta
Thanx
 
@elpida
Δεν σε προκαλώ όπως δεν προκαλώ και κανένα. Μπορείς να ζηλεύεις την τύχη των συγγραφέων που ''δουλεύουν'' με μεγάλους εκδοτικούς οίκους αλλά και αυτή η συνθήκη έχει τα προβλήματά της. Δεν άφησα αιχμές ότι ο Μάντης δεν είναι καλός στη γραφή επεσήμανα μόνο τις ατέλειες του.
 
@KUOT
Οσον αφορά νέους συγγραφείς μπορείς να μου καταλογίσεις τέτοιου είδους εμμονές. Πιστεύω ακράδαντα ότι ένας νέο συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να δοκιμαστεί σε όλα τα είδη της γραφής αλλά το μυθιστόρημα αποτελεί ένα είδους crash test που λειτουργεί ως πλοηγός. Κυρίως, γιατί σε ένα μυθιστόρημα 300 σελίδων δεν μπορεί κάποιος να κρυφτεί εύκολα και να κρύψει τις αδυναμίες του.
Οσον αφορά το γενικό σκέλος της παρατήρησης σαφώς και δεν θεωρώ το διήγημα υποδεέστερη μορφή γραφής. Κάθε άλλο μάλιστα...Για τους έμπειρους της γραφής ένα διήγημα μερικών σελίδων ή ακόμη και ελάχιστων λέξεων μπορεί να είναι ένα μικρό αριστούργημα και να κατορθώσουν σ' αυτό τον περιορισμένο χώρο να συμπυκνώσουν ιδέες, τεχνικές και πλοκή ολόκληρου βιβλίου χωρίς ο αναγνώστης να αισθανθεί την παραμικρή έλλειψη. Για τους νεότερους όμως αποτελεί την εύκολη λύση...Το ίδιο και για τους εκδοτικούς οίκους...
 
@hxaria
Επειδή για πρώτη φορά αφήνετε τα χνάρια σας σε τούτο το χώρο δεν πολυκατάλαβα το νόημα του σχολίου. Αν αφορά εμένα θα προτιμούσα αντί ''απολογίας'' ή εξηγήσεων να σας παραπέμψω στα αρχεία του παρόντος μπλογκ για να δείτε πόσοι νέοι συγγραφείς τον τελευταίο χρόνο αναφέρθηκαν ή επαινέθηκαν την ίδια στιγμή που η πλειοψηφία των κριτικών αγνοεί και τον τίτλο των βιβλίων του. Αν το νόημα του σχολίου έχει να κάνει με κάτι άλλο τότε είναι απαραίτητη η ''δευτερολογία'' σας...
 
ας επισημειώσω, διορθώνοντας το ρηθέν σου, ότι ο Καστανιώτης είναι εκείνος ο οποίος "πήρε" πένες και τις "ανέβασε" στο λογοτεχνικό προσκήνιο, πρώτος και μάλλον καλύτερος από τους λεγόμενους "μεγάλους" των τελευταίων δύο δεκαετιών. (Για τον Μάντη δεν μπορώ να σου πω ακόμη - τι να πρωτοδιαβάσω πια;!). Επίσης, "τσιμπώντας" τη φράση ενός από τους σχολιογράφους στ' αριστερά της στήλης, ας συμφωνήσω με τη λογική της βιβλιοπαρουσίασης κι όχι κριτικής - ο δεύτερος όρος έχει εκφυλιστεί επικίνδυνα δημιουργώντας διαφορετική σχέση μεταξύ σημαίνοντος-σημαινομένου: όλοι κρίνουν όλους και μάλιστα εν θερμώ. (Συμπληρώνω: διατηρώ αμφιβολίες για τη σύγχρονη κριτικογραφία, εκ του αποτελέσματος και μόνον). Ωστόσο, αποκαθιστώντας και επαναπαύοντας τους όποιους διαφωνούντες, οι βιβλιοκρισίες απαιτούν αποστάσεις (χρονικές και άλλες) ακριβώς επειδή αναφέρονται -μην ξεχνάμε- σε προϊόντα τέχνης κι όχι κατανάλωσης (και δη με λογική εκφυλιστική) απαραιτήτως... Και βεβαίως, καλά κάνεις και προάγεις τους νεότερους από το ιστολόγιό σου, τούτο αποτελεί πολλαπλό όφελος.
 
Άς επιμείνω λίγο ακόμα να μήν καταλαβαίνω.

Πιστεύεις, λές, οτι ένας νέος συγγραφέας πρέπει να δοκιμαστεί σε όλα τα είδη της (υποθέτω, λογοτεχνικής) γραφής. άρα οφείλει κανείς να δοκιμάσει καί διήγημα καί μυθιστόρημα καί ποίηση καί σενάριο για θέατρο/κώμιξ/κινηματογράφο και λοιπά και λοιπά. Αλλα θεωρείς το μυθιστόρημα το απόλυτο "κράς τέστ". Γιατί ακριβώς;

"Κυρίως, γιατί σε ένα μυθιστόρημα 300 σελίδων δεν μπορεί κάποιος να κρυφτεί εύκολα και να κρύψει τις αδυναμίες του."

Και τί γίνεται με την αδυναμία κάποιου να γράφει συμπυκνωμένα; Με την αδυναμία κάποιου να επιλέγει μιά μόνο πτυχή ενός χαρακτήρα που κατελπίδα συνεπάγεται και τις υπόλοιπες;

Τί γίνεται με την αδυναμία διαχείρισης της σιωπής σε ένα αφήγημα, η οποία καλύπτεται εύκολα σε πολλές σελίδες μέσω ποικίλων αναλύσεων (χαρακτήρων, καταστάσεων και άλλων); Τί γίνεται με την αδυναμία να λακωνίζει κανείς;


Είναι φανερό οτι διαφωνώ με την εμμονή σου αυτή, όπως βέβαια και με την ισοπεδωτική "οφειλή ενός λογοτέχνη να δοκιμαστεί σε κάθε είδος". Αν κάνω λόγο εδώ για αυτό είναι για να το καταστήσω φανερό και σε άλλους αναγνώστες σου οτι πρόκειται για π ρ ο σ ω π ι κ ή σου εμμονή, την οποία λάθρα εισάγεις ως κριτήριο ύστατης(!) λογοτεχνικής αξίας στα σχόλια του ιστολογίου σου.

Εννοείται φυσικά οτι ο καθένας μας έχει δικαίωμα στις εμμονές του, όπως και την ευθύνη για αυτές.

Ειλικρινά και φιλικά,
Βασίλης
 
@silio d' aprile
Μιλάω για τον Καστανιώτη της σύγχρονης εποχής και όχι των πρώτων ημερών. Τότε, σίγουρα και την ανάγκη ανάδειξης νέων συγγραφέων είχε και πολλοί του οφείλουν τις λογοτεχνικές διαδρομές του. Ούτε συζήτηση. Ο σημερινός Καστανιώτης (ως εκδοτικός οίκος και όχι ως επι μέρους πρόσωπα) δεν έχει την ίδια ανάγκη αφού έχει αλλάξει επίπεδο, έχει ανέβει στην κορυφή της αγοράς και έχει την πολυτέλεια να διαλέγει και όχι να τον δίαλέγουν.
 
@kouot
Αγαπητέ Βασίλη από τη μια είσαι αρκετά ενημερωμένος για τις εμμονές μου, από την άλλη δείχνεις να αγνοείς βασικές αρχές του παρόντος χώρου. ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ο υπέρτατος κριτής, δεν είμαι επαγγελματίας κριτικός, δεν έχω σπουδάσει φιλολογία ή ιστορία της λογοτεχνίας. Είμαι ένας αφοσιωμένος αναγνώστης που μέσα στα χρόνια έχει αναπτύξει (πιστεύω τουλάχιστον) ένα ένστικτο το οποίο συνήθως επιβεβαιώνεται και σπανιότερα διαψεύδεται. Δεν εισαγάγω κριτήρια λογοτεχνικής αξίας η οποία ούτως ή άλλως είναι πολύ σχετικός όρος και απολύτως υποκειμενικός. Συγγραφείς που μπορεί να έχουν αγνοηθεί στην εποχή τους γίνονται κλασικοί και επειδή δείχνεις γνώστης δεν χρειάζεται να κάνω και τη σχετική απαρίθμηση.
Την αξία της σιωπής δεν τη δέχομαι, όπως επίσης δεν μπορώ να αποδεχτώ και τον μανδύα της περιγραφικής γλαφυρότητας ή της συγγραφικής πολυλογίας. Η ιστορία της ελληνικής τουλάχιστον λογοτεχνίας δείχνει ότι συγγραφείς που δοκιμάστηκαν κατ’ αρχήν σε διηγήματα η νουβέλες δεν μακροημέρευσαν όταν είχαν να χειριστούν ενιαία θέματα. Αντίθετα όσοι αποτόλμησαν να ξεκινήσουν με μυθιστορήματα, στη διαδρομή παρουσίασαν μικρότερα (σε μέγεθος) δείγματα δουλειάς αλλά εξαιρετικής ωριμότητας και συγγραφικής διαύγειας. Δεν παραδίδω, συνεπώς, μαθήματα λογοτεχνίας ή κριτικής στο συγκεκριμένο χώρο και είναι ξεκάθαρο εδώ και ένα χρόνο ότι καταθέτω με πολύ προσοχή και ακόμη περισσότερο σεβασμό για τους δημιουργούς τις απόψεις μου για όσα διαβάζω. Ουδέποτε, μπήκα στον πειρασμό ή έπεσα στην παγίδα να υποδείξω σε συγγραφέα μια διαφορετική λόγική απ΄αυτή που ακολούθησε αλλά προτιμώ να κρίνω κάποιον από τη δυνατότητα που έχει να κάνει τα ακριβώς αντίθετα απ΄΄ αυτά που γράφεις. Ητοι, να διαχειρίζεται με επιτυχία σε μεγάλο όγκο σελίδων τους χαρακτήρες του, να παράγει αληθοφανείς διαλόγους, τον πλούτο του λεξιλογίου του ή γενικότερα την ευχέρεια χειρισμού της γλώσσας μέσα από το όποιο προσωπικό του στιλ, τη δημιουργία μιας ιστορίας (σεναρίου) που θα εξασφαλίσει την απαραίτητη αναγνωστική προσοχή. Μην μπερδεύεις λοιπόν τα κριτήρια γραφής από τη συγγραφική πλευρά με τα αναγνωστικά κριτήρια διότι βγαίνεις εκτός θέματος (όχι βιβλίου αλλά ιστολογίου το οποίο γράφεται από ένα αναγνώστη και όχι από ένα εξπέρ αναλυτή λογοτεχνικών όρων και συγγραφικής σημειολογίας). Χαίρομαι ιδιαίτερα για τις διαφωνίες σου αρκεί να μη μου καταλογίζεις προθέσεις, συμπεριφορά και αποτελέσματα που απέχουν των πραγματικών.
 
Πολύ ωραία και ενδιαφέροντα σήμερα.

Αναγνώστη, το τέλος του σχολίου σου είναι σούπερ. Τελευταία διακρίνω στα κείμενά σου μια τάση για περισσότερη ειλικρίνεια (ψοφάω). Εαν δουλέψεις και την (σχεδόν παθολογική) ανάγκη να απολογείσαι επειδή έγραψες κάτι το οποίο πιστεύεις,θα είναι καταπληκτικό.
Το διήγημα κανένας εκδότης δεν το θέλει, πόσο μάλλον από πρωτοεμφανιζόμενο.Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που μας διδάσκουν οι μεγαλύτεροι συγγραφείς. Για να τυπώσει λοιπόν ένας εκδότης τέτοιου είδους βιβλίο, σίγουρα κάτι έχει διακρίνει, δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο καλύτερος πρωτοεμφανιζόμενος (καθαρά διηγηματογράφος) των τελευταίων ετών, ο Ηλίας Παπαμόσχος, έφαγε κάμποσες χυλόπιττες προτού καταλήξει από τύχη στον Κέδρο. Τώρα βέβαια όλοι μιλούν γι αυτόν αλλά μερικές φορές σκέφτομαι οτι θα μπορούσε να μην να έχει καταφέρει να εκδώσει ποτέ! Προφανώς οι εκδότες δεν εφαρμόζουν και το καλύτερο σύστημα αξιολόγησης νέων, όσο μεγάλοι και να είναι.
Γειά σου Σίλιο.
 
Post a Comment



<< Home

This page is powered by Blogger. Isn't yours?