Ελληνική λογοτεχνία

'Η ζωή είναι πολύ σύντομη για τα καλά βιβλία, πρέπει να διαβάζουμε μόνο εξαιρετικά βιβλία''. Τίμπορ Φίσερ (Under the frog)

Tuesday, June 17, 2008

 

(11+ 1 καλά) βιβλία για το καλοκαίρι

Κατά πως φαίνεται το μπλογκ το μετέτρεψα σε εποχική διαδικασία. Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Πάσχα, καλοκαίρι, μόνο τότε έχω τη διάθεση να γράφω (πλέον) μαζεμένα για τα καλά βιβλία. Αφήνω λοιπόν ένα ποστ με ουκ ολίγα βιβλία για την….παραλία αλλά όχι βιβλία… παραλίας, αξιόλογα αναγνώσματα των τελευταίων μηνών που ενδεχόμενα μπορεί να σας κρατήσουν και καλή παρέα στις καλοκαιρινές διακοπές σας. Ελπίζω, ότι καλύπτουν όλο το λογοτεχνικό φάσμα αλλά και πολλούς πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς που όπως συνήθως θα αγνοηθούν από την mainstream κριτική.

Από τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς το ένατο (παρά το νεαρό της ηλικίας του) του Νίκου Βλαντή η Λήθη (εκδόσεις Κέδρος). Μετά το αριστουργηματικό Writtersland, Το νησί των συγγραφέων (από τα καλύτερα βιβλία για το 2006) ο Βλαντής πατάει πάνω στα ίδια χνάρια και αξιοποιεί την αναμφισβήτητη συγγραφική ικανότητα που τον διακρίνει να ’’’ταξιδεύει’’’ τον αναγνώστη σε καθαρά δικής του έμπνευσης κόσμους. Αυτή τη φορά δεν είναι ένα νησί με συγγραφείς, εγκιβωτισμένα διηγήματα και ένας φόνος στο επίκεντρο αλλά ένας συγγραφέας έγκλειστος σε μια λίθινη πόλη υποχρεωμένος να γράφει ακατάπαυστα για να κρατάει ’’στη ζωή’’ τα φαντάσματα των λογοτεχνικών ηρώων του. Ο Βλαντής δημιουργεί με άψογο ρυθμό αφήγησης μια εξαιρετική αλληγορία κτισμένη γύρω από το αέναο παιχνίδι του λογοτεχνικού δημιουργού και των ηρώων του σε μια ατμόσφαιρα θρίλερ. Και χωρίς να καταφεύγει στον αρτηριοσκληρωτικό διάλογο με τη λογοτεχνική κοινότητα καταθέτει ένα βιβλίο εντυπωσιακής πλοκής αλλά και συγγραφικής άποψης.

Χωρίς τις λογοτεχνικές παραπομπές και επιρροές του Βλαντή αλλά εξίσου ατμοσφαιρικό το βιβλίο ενός καινούργιου συγγραφέα. Ο μόλις 25 ετών Χάρης Χριστοφορίδης πατάει πάνω σε επιρροές και χνάρια της νέας γενιάς και καταθέτει από τα Ελληνικά Γράμματα (παρά την πληθώρα μεταγραφών μεγάλων ονομάτων ο εκδοτικός οίκος μάλλον πέτυχε την αληθινή ’’φλέβα γραφής’’ στον νεαρό απόφοιτο του τμήματος Βιολογίας) το βιβλίο Raven City (οι ελληνικοί χαρακτήρες στον τίτλο νομίζω ότι του στερούν λίγη από την ’’μαγεία’΄ του για αυτό αυθαίρετα χρησιμοποίησα λατινικούς). Στην τελευταία πόλη του πλανήτη παίζεται ένα θρίλερ που κρατάει κομμένη την ανάσα του αναγνώστη. Το βιβλίο θα μπορούσε να αφορά μια λογοτεχνική Γκόθαμ Σίτι ( πόλη του Μπάτμαν), έχει σημάδια από κόμιξ λογική αλλά και κάτι από….Blade Runner, εξαιρετικά ατμοσφαιρικό με εμφανείς επιρροές από τον Πόε, έστω και αν η ορμή του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα το οδηγεί σε ορισμένες (όχι πάντως ενοχλητικές) αφηγηματικές ’’κοιλιές’’.

Σε διαφορετικό ύφος και σε μια πόλη που όλοι περπατάμε και ζούμε κινείται η Σταυρούλα Σκαλίδη. Δημοσιογράφος και μπλόγκερ στη νουβέλα της Προδοσία και εγκατάλειψη (εκδόσεις ΠΟΛΊΣ) περιγράφει μια ζοφερή Αθήνα και τις ακόμη πιο ζοφερές σχέσεις των χαρακτήρων της. Αν κάποιος επηρεαστεί από τον τίτλο και πιστέψει ότι έχει να κάνει με βιβλίο τσέπης, ροζ λογοτεχνία ή κάτι τέτοιο θα έχει πέσει έξω. Η Σκαλίδη καταθέτει ένα βιβλίο μικρό μεν σε μέγεθος αλλά γεμάτο από συναισθήματα και εικόνες με άξονα τις δύσκολες σχέσεις των σύγχρονων αστών και την ακόμη δυσκολότερη επικοινωνία στις μεγαλουπόλεις.

Χρειάσθηκε να εκδώσει πάνω από είκοσι βιβλία για να αρχίσει να συζητιέται αν και διατηρεί πολυεπίπεδη παρουσία και δραστηριότητα ως συγγραφέας, κριτικός αλλά και μπλόγκερ πλέον η Ελένη Γκίκα. Στα βιβλιοπωλεία το νέο της βιβλίο ’’Υγρός χρόνος’’ (εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ) που έρχεται ως συμπλήρωμα στα πρόσφατα ’’Αν μ’ αγαπάς μη μ’ αγαπάς’’ και ’’Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω’’. Ο Υγρός Χρόνος με το πολύ όμορφο εξώφυλλο αποτελεί ένα από τα συνηθισμένα παιχνίδια της συγγραφέως στο ταξίδι της εσωτερικής αναζήτησης και της ταυτότητας. Γύρω από το κορμί ενός πνιγμένου άντρα οι γυναίκες της ζωής του προσπαθούν να ισορροπήσουν και να βρουν τις δικές τους διαδρομές. Βιβλίο με προσωπική σφραγίδα και στιλ, χωρίς ηχηρές ανατροπές και εκπλήξεις αλλά όπως και όλα σχεδόν τα προηγούμενα βιβλία της Γκίκα απαιτεί την αναγνωστική προσοχή για όλα εκείνα τα μικρά ή μεγάλα που συμβαίνουν σιωπηλά και υποδόρια, για τις αληθινές ’’εντός μας’’ εκρήξεις. Εξαιρετικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι η συγγραφέας δανείζει ξανά σε ένα από τους χαρακτήρες της την ιδιότητα της κριτικού βιβλίων και εγκιβωτίζει στις σελίδες του Υγρού Χρόνου όλες τις κριτικές που έγραψε η ίδια (η Γκίκα) στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ μέσα στον προηγούμενο χρόνο κορυφώνοντας το παιχνίδι των προσωπείων και των κρυμμένων ταυτοτήτων. Αλλά αυτό όπως λέει και η ίδια η συγγραφέας είναι μια ’’άλλη ιστορία’’!

Άλλος ένας ’’βετεράνος’’ της γραφής έριξε νέα δουλειά στην αγορά. Ο ’Αρης Μαραγκόπουλος κάνει –για όσους τον έχουν παρακολουθήσει σε βάθος χρόνου- την…έκπληξη με το True Love από τον νέο εκδοτικό οίκο Τόπο που δημιούργησαν τα στελέχη που αποχώρησαν από τα Ελληνικά Γράμματα το 2007 (μεταξύ αυτών και ο ίδιος o συγγραφέας). Ο Μαραγκόπουλος που για δεκαετίες ήταν αφοσιωμένος στην ’’στρατευμένη λογοτεχνία’’ καταθέτει το λιγότερο πολιτικό βιβλίο της σταδιοδρομίας με ένα έξοχης αισθητικής εξώφυλλο που ακουμπάει την αισθητική των κόμιξ. Το περιεχόμενο αποτελεί ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη αφού από τον Σανιδόπουλο και τη Φλώρα του Τσίρκα ο συγγραφέας γράφει για ερωτικά παιχνίδια, ανεκπλήρωτες σχέσεις, και δεν διστάζει να φλερτάρει με τη ροζ αντρική λογοτεχνία, την οποία, όμως στην πραγματικότητα παρωδεί ανελέητα στις σελίδες του True Love. Κατά πως φαίνεται ο Μαραγκόπουλος διανύει μάλλον την πλέον εξωστρεφή συγγραφική του περίοδο και πλέον έχει ενστερνιστεί απόλυτα την κλασική φόρμα γραφής. Ίσως γιατί εσχάτως έχει βουτήξει βαθιά και στον κόσμο των μπλογκ και στο σήμερα .

Ευκαιρίας δοθείσης άλλο ένα βιβλίο που φέρνει τη σφραγίδα του ’’Τόπου’’: Ο Γιάγκος Ανδρεάδης που έχει πολυσχιδή παρουσία στη λογοτεχνία (μεταφράσεις, επιμέλειες σειράς ιστορικών βιβλίων, εκδόσεις για τα εικαστικά και τις παραστατικές τέχνες αλλά και μυθιστόρημα) μας παρουσιάζει τους Λαθρέμπορους. ’’Σκληρό’’ βιβλίο για το περιθώριο ενός διεφθαρμένου κράτους με καταστάσεις που οι περισσότεροι δεν έχουμε ζήσει αλλά τις διαβάζουμε στον τύπο ή τις βλέπουμε στην τηλεόραση. Λαθρέμποροι, χαφιέδες, πατροκτόνοι, πόρνες σε ένα πολύ γλαφυρό ’’λαθρεμπόριο συνειδήσεων’’.

Για τους λάτρεις των βιβλίων που ακουμπάνε πάνω σε ιστορικά γεγονότα η δεύτερη δουλειά του Θεσσαλονικιού Κωνσταντίνου Γουσίδη ’’Πέρσες΄’ από τις εκδόσεις Πατάκη. Η πρώτη του δουλειά ’’Δαναοί’’ είχε περάσει σχεδόν απαρατήρητη προ τριετίας με εξαίρεση το παρόν μπλογκ που είχε ανακαλύψει τη δουλειά του νεαρού. Ο Γουσίδης επιστρέφει με ένα ακόμη ογκώδη βιβλίο (σχεδόν 600 σελίδες) αλλά το μέγεθος δεν είναι αποτρεπτικό αφού διαβάζεται εύκολα και γρήγορα. Κυρίως γιατί και σ’ αυτή τη δουλειά του ο Γουσίδης κατορθώνει πατώντας πάνω σε αληθινά ιστορικά γεγονότα να κτίσει μια άριστη μυθοπλασία δίνοντας παράλληλα και τις δικές του εκδοχές για τα γεγονότα της Περσικής εισβολής στην Ελλάδα και την ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Το καλοκαίρι είναι για πολλούς συνυφασμένο με τους δύο τροχούς της μοτοσυκλέτας. Και ο Σπύρος Λαζαρίδης για δεύτερη φορά (η πρώτη το 1987), τώρα από τις εκδόσεις Ζήτρος συγκεντρώνει στον ίδιο τόμο όλες τις ιστορίες ’’σε δύο τροχούς’’ που έχουν εμφανιστεί σε βιβλία ελληνικής λογοτεχνίας με τον τίτλο ’’Ενδοσκεληδόν, η ιστορία της μοτοσυκλέτας στην ελληνική λογοτεχνία’’. Προσεγμένη ανθολογία που κατορθώνει να συγκεντρώσει δίπλα-δίπλα μεγαθήρια της ελληνικής λογοτεχνίας αλλά και λιγότερο γνωστούς δημιουργούς με κοινό άξονα τις αναφορές του στη μοτοσυκλέτα αλλά και την ποιότητα των κειμένων. Η αλήθεια είναι ότι το βιβλίο δεν το πολυδιάβασα κυρίως γιατί αρκετά από τα συγκεντρωμένα κείμενα τα ήξερα από την πρωτότυπη μορφή τους αλλά διέκρινα τον ξεκάθαρο σεβασμό του Λαζαρίδη και την επιθυμία του να τα συγκεντρώσει στην ίδια ’’στέγη’’. Ποιήματα του Χριστιανόπουλου και του Ρίτσου δίπλα σε πεζά του Σκαμπαρδώνη, του Κουμανταρέα, του Μυριβήλη (από δική του έκφραση βαφτίστηκε και το βιβλίο) και του Ραπτόπουλου δίνουν εκτός των άλλων και συλλεκτική αξία στη συγκεκριμένη δουλειά.

Διαφορετικού ύφους και λογικής μερικές ακόμη δουλειές πρωτοεμφανιζόμενων που μου κέντρισαν το ενδιαφέρον τους τελευταίους μήνες. Το ’’δίκτυο πληροφοριών’’ που δημιουργήθηκε παρέα μ’ αυτό το μπλόγκ από το χειμώνα του 2005 συνεχίζει να λειτουργεί παρά το γεγονός ότι το μπλογκ υπολειτουργεί και έτσι είμαι σε θέση να μαθαίνω (και να διαβάζω) μερικές ενδιαφέρουσες δουλειές νέων συγγραφέων. Σταχυολογώ λοιπόν τα καλύτερα από όσα έπεσαν στην αντίληψή μου και πρόλαβα να διαβάσω αυτούς τους τελευταίους μήνες:

-Πικρά κεράσια. Δημήτρης Αλεξίου (Εκδόσεις Διόπτρα): Πρώτη δουλειά του Αθηναίου δικηγόρου Δημήτρη Αλεξίου μια ιστορία που μοιάζει με ένα όμορφο παραμύθι, το οποίο καλύπτει μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας τα τελευταία 80 χρόνια της ελληνικής ιστορίας. Το όλο εύρημα δεν είναι πρωτότυπο αλλά το κομβικό σημείο της αφήγησης είναι ο ρόλος που παίζουν σε όλα αυτά τα…κεράσια! Παρά το γεγονός ότι το βιβλίο πλησιάζει τις 500 σελίδες δεν κουράζει αναγνωστικά αφού ο Αλεξίου χρησιμοποιεί στρωτή γραφή, προσεγμένη γλώσσα, γρήγορη αφηγηματική ροή και διαβάζεται ευχάριστα σαν ένα παραμύθι. Αυτό ακριβώς είναι άλλωστε. Στα συν ότι μαθαίνω πως το βιβλίο τυγχάνει και καλής εμπορικής αποδοχής ίσως γιατί ’’αγγίζει’’ θεματολογικά περισσότερο τις γυναίκες αναγνώστριες!

- Χάρτινοι φίλοι, Χριστίνα Κόντη (Εκδόσεις Επιφανίου): Μια δουλειά που μας έρχεται από την Κύπρο και στην Ελλάδα τη διανομή του βιβλίου έχουν οι εκδόσεις Απόλλων. Δύσκολο να…βρεθεί στα βιβλιοπωλεία, ο τίτλος δεν υπάρχει καν στη data bank της Βιβλιονέτ αλλά όποιος το αναζητήσει θα αποζημιωθεί με την ιστορία της ’Ηρας μιας κοπέλας που ζει ταυτόχρονα στην πραγματικότητα και στη φαντασία της. Ο μεγάλος της στόχος είναι να αποκτήσει ένα αληθινό φίλο και να πάψει στην ουσία να εξομολογείται τις σκέψεις της σε ανύπαρκτους φίλους που γεννά η φαντασία της. Ομορφη γραφή, ευαισθησία χωρίς αχρείαστους λυρισμούς και μια καλή ευκαιρία να γνωρίσουμε μια λογοτέχνη από την Κύπρο. Επίσης, θα ενθουσιάσει γυναίκες αναγνώστριες ειδικά μικρότερες των 35 ετών.

- Τα παραμύθια της αγχόνης, Γιάννης Μουστάκας (εκδόσεις Magic Box): Η νεόδμητη εκδοτική εταιρεία του Νίκου Βλαντή συνεχίζει τις εκπλήξεις με εκδόσεις που ξεφεύγουν από την κοινή λογική και τον…μέσο όρο. Τα παραμύθια της αγχόνης του πρωτοεμφανιζόμενου Γ. Μουστάκα είναι ότι ακριβώς λέει ο τίτλος: Μια αγχόνη που ετοιμάζεται να χρησιμοποιήσει ένας υποψήφιος αυτόχειρας αρχίζει να του διηγείται ιστορίες όσων την….χρησιμοποίησαν στο παρελθόν. Πανέξυπνη ιδέα και πολύ καλό αισθητικά βιβλίο που κυκλοφορεί σε μορφή σχολικού….τετραδίου. Προσοχή: Μην το αγοράσετε για δώρο στο ανιψάκι ή στο βαφτιστήρι σας. Ο Μουστάκας το ξεκαθαρίζει στο λιτό βιογραφικό του: Γράφει παραμύθια για μεγάλα (πολύ μεγάλα σε ηλικία) παιδιά!

Υ.Γ. 1: Αν μέσα σ’ αυτή την ενδεκάδα βιβλίων κάποιος δεν μπορεί να βρει βιβλίο της αρεσκείας του τότε απλά δεν έχει τη διάθεση να περάσει τους καλοκαιρινούς μήνες διαβάζοντας. Εννοείται ότι υπάρχουν ορισμένες ’’αυτόματες επιλογές’’ από τη λίστα των ευπώλητων όπως ο πρώτος τόμος της αυτοβιογραφίας του Κωνσταντίνου Τζούμα ΄΄Ως εκ θαύματος’’ (εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ) που δεν χρειάζεται η δική μου ’’παρέμβαση’’ ή παραίνεση για να το αγοράσει κάποιος και να βουτήξει στην απολαυστική γραφή και στην ακόμη πιο απολαυστική ζωή μιας από τις πλέον cult φιγούρες της πόλης. Ανυπομονώ για την ολοκλήρωση της τριλογίας του Τζούμα.

Υ.Γ. 2 Για όσους πάντως η χάρτινη μορφή είναι ξεπερασμένη και προτιμούν την οθόνη ενός κομπιούτερ για την ανάγνωση κάποιου βιβλίου υπάρχει πλέον στο διαδίκτυο και η πρώτη μορφή ηλεκτρονικού (ηλεκτρονικών καλύτερα) μυθιστορημάτων. Πρωτοπόρος η συγγραφέας Νιόβη Λύρη που μετά από τρία βιβλία (Μαχαίρι στη μπότα, Οι εθελοντές, Πρωϊνό Ιντερσίτι) αποφάσισε να διαθέσει δωρεάν προς ανάγνωση όχι ένα αλλά δύο μυθιστορήματά της: Τη Μάσκα στη διεύθυνση niovi-lyri.blogspot.com και η Μέρα της Μελάνης στη διεύθυνση niovi-lyri2.blogspot.com. Δεν ξέρω που θα την οδηγήσει το τόλμημά της, ίσως ανοίξει συνολικά καινούργιους δρόμους στη λογοτεχνία αφού στο εξωτερικό ανάλογες προσπάθειες είναι ευρύτατα διαδεδομένες το σίγουρο είναι ότι η συγγραφέας θα εισπράξει σχόλια και εντυπώσεις από τη δουλειά της. Εχω διαβάσει τη Μάσκα και οι εντυπώσεις μου είναι καλές και περιμένω την ολοκληρωμένη ανάρτηση του έτερου πονήματος της Λύρη (ανεβαίνει σταδιακά και κεφάλαιο κεφάλαιο) που νομίζω ότι μυθοπλαστικά έχει ακόμη μεγαλύτερ ο ενδιαφέρον.
Αυτά και καλό καλοκαίρι σε όλους…


Friday, April 18, 2008

 

Οι λίστες των 120 ευρώ και μερικές δωρεάν επιλογές βιβλίων!




Κάτι το Πάσχα που η αγορά του βιβλίου παίρνει τα πάνω της, κάτι η παγκόσμια ημέρα βιβλίου και ετοιμαζόμαστε για μπαράζ από…λίστες με προτάσεις! Φυσικά και για να μην βγαίνουν λανθασμένα συμπεράσματα δεν γράφω εδώ για λίστες όπως αυτή της τελευταίας Lifo που ήταν εξαιρετική σε έμπνευση ή άλλες λίστες στα υπόλοιπα free press. Στη Lifo κλήθηκαν 24 εκδότες να μιλήσουν για τα αγαπημένα τους βιβλία ή τα καλύτερα που έχουν εκδώσει. Και πολύ χάρηκα ιδιαίτερα εκείνους τους εκδότες που συμπεριέλαβαν και βιβλία που δεν εξέδωσαν οι ίδιοι.


Αναφέρομαι σε λίστες με τη μορφή…προτάσεων που θα κατακλύσουν τον ημερήσιο τύπο τις επόμενες μέρες. Λίστες που έχουν και συγκεκριμένο τιμολόγιο! Τις ειδικές αυτές εκδόσεις που συνήθως τις κυκλοφορούν ως ένθετα σε κυριακάτικα έντυπα αλυσίδες βιβλιοπωλείων αλλά τις χρηματοδοτούν οι εκδοτικοί οίκοι. Δεν τα γράφω στην τύχη αφού έχω στα χέρια μου και τα…τιμολόγια! Αν π.χ. ένας εκδοτικός οίκος θέλει να συμπεριληφθούν στις ’’προτάσεις’’ δέκα βιβλία του θα πληρώσει 120 ευρώ, για 15 η τιμή ανεβαίνει στα 150 και πάει λέγοντας. Συνεπώς, ρίξτε της στον κάδο ανακύκλωσης γιατί είναι σαν έμμεση διαφήμιση και δεν απηχούν στο ελάχιστο τις αληθινές προτιμήσεις των βιβλιοπωλείων….Αυτά για να ξέρετε την αλήθεια που δεν θα τη γράψουν βέβαια οι εφημερίδες αφού και αυτές εισπράττουν αδρά ποσά για να συμπεριλάβουν αυτά τα ένθετα στην ύλη τους…
Δυστυχώς και αυτό το γράφω για πρώτη φορά από τότε που άνοιξε (και μέχρι που έκλεισε το παρόν blog) η βιβλιοπαραγωγή των τελευταίων μηνών όσον αφορά τους έλληνες συγγραφείς ήταν η πιο φτωχή ποιοτικά ίσως και της τελευταίας δεκαετίας. Ακόμη και ένας ’’αιρετικός υποστηρικτής’’ σαν την αφεντιά μου των ελλήνων δημιουργών δεν μπορεί να υπερθεματίσει αυτή τη φορά. Μετά από τέσσερις αναγνωστικούς μήνες μέσα στο 2008 και μια δωδεκάδα φρέσκων ελληνικών βιβλίων που τελείωσα βρήκα μόλις δύο αξιόλογα και πολύ πάνω του μέσου όρου. Πριν αναφερθώ σ΄ αυτά τα δύο βιβλία να υπενθυμίσω ότι αρκετά καλά βιβλία κυκλοφόρησαν μαζικά τον Δεκέμβριο και είχα γράψει γι΄ αυτά (παράδειγμα τα Μπλέ καστόρινα παπούτσια του Σκρουμπέλου που σιγά-.σιγά τα ανακαλύπτει πλέον και η κριτικογραφία) στο προηγούμενο post. Αν κάποιος ψάχνει κάτι καλό ας δώσει μια ευκαιρία σε βιβλία που εκδόθηκαν τον Δεκέμβριο και δεν τα έχει διαβάσει ακόμη. Εννοείται ότι δεν μπαίνουν σε σύγκριση όσα κυκλοφόρησαν την τελευταία εβδομάδα και δεν τα έχω διαβάσει (η αγοράσει ακόμη). Σε πείσμα λοιπόν των ημερών και του βομβαρδισμού με προτάσεις σ΄αυτή την ’’εκτός προγράμματος’’ αναφορά μου γράφω μόνο για δύο βιβλία που μ’ ενθουσίασαν.


1- Νίκος Νικολαϊδης, Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα (εκδόσεις Greek books). Το κύκνειο συγγραφικό άσμα ενός από τους μεγαλύτερους σύγχρονους σκηνοθέτες της χώρας. Είναι κρίμα όχι μόνο που ο Νικολαϊδης έφυγε νωρίς αλλά και το γεγονός ότι τον κέρδισε η σκηνοθεσία και εκδόθηκαν μόλις τέσσερα βιβλία του. Μια συλλογή διηγημάτων στη δεκαετία του ’60 (εξαιρετικά δύσκολο να τη βρει κάποιος σήμερα, όσο και να την αναζήτησα σε παλαιοβιβλιοπωλεία όλης της χώρας αγνοούν και την ύπαρξη της) και με μεγάλη χρονικά διαφορά μεταξύ τους από τις εκδόσεις Καστανιώτη τα αριστουργηματικά ’’Ο οργισμένος Βαλκάνιος’’ (δεκαετία του ’70) και ’’Γουρούνια στον άνεμο’’ (1994). Ο Νικολαϊδης γράφει όπως ακριβώς σκηνοθετούσε: Άμεσα, ωμά, ρεαλιστικά, σα να δίνει γροθιά στο στομάχι του αναγνώστη του. Στον ’’Μοντεζούμα’’ αναφέρεται στη γενιά των σημερινών 60άρηδων και την εποχή της εφηβείας τους που συνέπεσε με την εμφάνιση του ροκ εν ρολ στην Αθήνα. Δεν ήταν ποτέ λάτρης της γραμμικής γραφής και δεν τη χρησιμοποιεί ούτε τώρα κάνοντας εντυπωσιακές βουτιές μέσα στο χρόνο αλλά σε όλο το βιβλίο υπάρχει η σφραγίδα του. Μερικές μικρές σημειώσεις που δεν θα σας στερήσουν τίποτε από τη χαρά της ανάγνωσης: Η φράση Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα αναφέρεται στη σεξουαλική πράξη (δεν αποκαλύπτω μυστικά αφού γίνεται αντιληπτό αυτό από την 3η- 4η σελίδα του βιβλίου). Επιθυμία του Νικολαϊδη από ότι έμαθα ήταν να δημοσιοποιηθούν και να διαδοθούν κομμάτια του βιβλίου (πριν την κυκλοφορία του) μέσω διαφόρων μπλογκς. Δυστυχώς, αυτό δεν έγινε εφικτό λόγω του θανάτου του. Με όλο το σεβασμό στο πρόσωπο και στο έργο του θα διαφωνήσω με τον επίλογο του Μάνου Ελευθερίου που κάνει σαφέστατο διαχωρισμό στον σκηνοθέτη Νικολαϊδη και στο λογοτέχνη Νικολαϊδη. Έχοντας δει όλες τις ταινίες του και έχοντας διαβάσει πλην του πρώτου τα λιγοστά βιβλία του ας μου επιτραπεί να γράψω ότι οι εμμονές και τα χνάρια του είναι κοινές και εμφανείς. Το συγκεκριμένο βιβλίο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο ’’λογοτεχνικός προπομπός’’ των κινηματογραφικών ’’Κουρελιών’’… Και μέχρι σήμερα το βιβλίο της χρονιάς για το παρόν blog.


2. Δημήτρης Καπετανάκης, Η συμμορία της συγκίνησης (εκδόσεις Εστία): Δεν τον ανακάλυψα τυχαία αλλά από μια κριτική της Ελευθεροτυπίας που μου κίνησε το ενδιαφέρον. Ακουμπώντας μόνο σε γενικές γραμμές στη ’’σχολή συνωμοσιολογίας’’ που έγινε της μόδας τα τελευταία χρόνια λόγω του Κώδικα Ντα Βίντσι ο Καπετανάκης κατορθώνει να φτάσει πολύ μακριά και όχι να μείνει στο μονοπάτι ενός φτηνού μιμητή. Με έμπνευση που άντλησε από την αίρεση των Καθαρών ο Καπετανάκης στο δεύτερο βιβλίο του πετυχαίνει μέχρι τον αμφιλεγόμενο επίλογο και τις συζητήσιμες τελευταίες πενήντα σελίδες να πλάσει ένα σύγχρονο μύθο, βασισμένο στην Καινή Διαθήκη αλλά και μια άριστη αλληγορία για την αιώνια αντιπαλότητα Καλού και Κακού. Κατορθώνει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και θα είχε φτάσει το άριστο αποτέλεσμα αν δεν παγιδευόταν στην ανάγκη των εξηγήσεων που προσπαθεί ανεπιτυχώς και με μάλλον αδόκιμο, ακραίο και ελάχιστα αληθοφανή τρόπο να δώσει στις τελευταίες 30-40 σελίδες του βιβλίου. Στην περίπτωση του πάντως δεν ισχύει το ’’μετράει η τελευταία εντύπωση’’΄ αφού συνολικά το βιβλίο είναι από τα πιο έξυπνα και καλοδουλεμένα των τελευταίων ετών τόσο γλωσσικά όσο και μυθοπλαστικά.
Υ.Γ. 1: Δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος που ξανάγραψα. Είχα ξαναγράψει τα Χριστούγεννα, τώρα πλησιάζει Πάσχα, άρα μάλλον κάπου κατά το καλοκαίρι θα θελήσω να ξεσκουριάσω (πάλι) για λίγο! Ευχαριστώ πάντως (μια και μου δόθηκε η ευκαιρία να το γράψω) για τα μέιλ που συνεχίζουν να έρχονται με την ’’απαίτηση’’ να ξαναγράψω στο μπλογκ. Αφού δεν με ξεχνάτε δεν σας ξεχνάω αλλά τα δεδομένα που οδήγησαν στην απενεργοποίηση του μπλογκ δεν έχουν αλλάξει.
Υ.Γ. 2: Περίμενα ότι η εισαγγελική απόφαση για την απόσυρση του ’’Ζιγκ ζαγκ στις κερασιές’’ από τις σχολικές βιβλιοθήκες θα ξεσήκωνε σάλο στον ακαδημαϊκό κόσμο. Προφανώς έχουμε μπει για τα καλά σε ’’λογοτεχνικό μεσαίωνα’’ χωρίς ορατή αναγέννηση στο βάθος και ο πνευματικός κόσμος της χώρας περί άλλων τυρβάζει…Αντε να τα καίμε και στο Σύνταγμα.
Υ.Γ. 3 Μια και δεν γράφω σε τακτικά χρονικά διαστήματα και μέχρι να ξαναγράψω θα έχουν δοθεί και τα βραβεία. Είδα τη λίστα του περιοδικού Διαβάζω και δεν διαφώνησα σε γενικές γραμμές αντίθετα με τις περσινές επιλογές. Δεν νομίζω ότι απουσιάζει κάποιο σημαντικό βιβλίο στις κατηγορίες του διηγήματος, του μυθιστορήματος ή στους πρωτοεμφανιζόμενους. Όπως επίσης με κάλυψε και το σκεπτικό επιλογής της επιτροπής φέτος σε αντίθεση με τις περσινές αιτιολογίες.
Αυτά και τα ξαναλέμe σύντομα (ελπίζω…).

Tuesday, March 18, 2008

 

Η συνέντευξη στο ’’Διαβάζω’’

Πριν από περίπου δύο μήνες μου ζητήθηκε μια συνέντευξη για το περιοδικό ’’Διαβάζω’’. Συνέντευξη η οποία δημοσιεύθηκε στο τεύχος Μαρτίου που κυκλοφορεί στα περίπτερα. Η αλήθεια είναι ότι δεν έβλεπα το λόγο να μιλήσω για το μπλογκ αφού ότι ήταν να γράψω το έχω γράψει εδώ. Από την άλλη, όμως δεν μπορούσα και να αρνηθώ στον Γιάννη Μπασκόζο, διευθυντή του περιοδικού που πάντοτε ήταν θετικά διακείμενος στα σχόλια του για το μπλογκ. Συναίνεσα λοιπόν και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μου έστειλαν, ο κ.Μπασκόζος, παρέα με την Ελένη Γκίκα ένα ’’πακέτο’’ με πολύ ενδιαφέρουσες ερωτήσεις. Κάθισα και απάντησα αλλά το…παρατράβηξα και τελικά οι απαντήσεις μου υπερκάλυπταν τις σχεδόν πέντε σελίδες που είχαν προβλεφθεί από το περιοδικό με αποτέλεσμα στην τελική μορφή της συνέντευξης κάποια πράγματα να μην δημοσιευθούν (είτε ολόκληρες ερωτοαπαντήσεις, είτε κάποια μικρά αποσπάσματα απαντήσεων). Επειδή, ένα περιοδικό ή μια εφημερίδα δεν είναι μπλογκ και δεν έχει απεριόριστο χώρο αυτά δεν γράφονται υπό μορφή παραπόνου αλλά με απόλυτη κατανόηση από μέρους μου. Παράλληλα, επειδή στα μπλογκ δεν υπάρχουν περιορισμοί χώρου αναπαράγω ολόκληρη τη συνέντευξη και με πιο έντονα στοιχεία είναι τα σημεία που δεν υπάρχουν στο περιοδικό αλλά και ο πρόλογος της συνέντευξης. Ευχαριστώ, τους δύο, εξ’ αποστάσεως συνομιλητές μου και ειδικότερα τον κ.Μπασκόζο για τον εξαιρετικά κολακευτικό πρόλογο στη συνέντευξη (έως…υπερβολικά κολακευτικό θα έλεγα) και όπως αναφέρω σε κάποιο σημείο θα προτιμούσα αντί της συνέντευξης και των ασήμαντων απόψεων μου στο ίδιο τετρασέλδιο να υπήρχαν αναφορές στη δουλειά κάποιων συγγραφέων.

O Reader;s Diggest ανοίγει τα χαρτιά του. Ο πιο συζητημένος έλληνας μπλόγκερ σε μια εκ βαθέων συζήτηση.

Ήταν ο μπλόγκερ με τη μεγαλύτερη απήχηση. 500-1000 άνθρωποι την ημέρα έμπαιναν στο μπλογκ του (diavazo.blogspot.com) για να διαβάσουν τα σχόλια του. Για πολλούς ήταν ένας ’’Ρομπέν των βιβλίων’’. Έδινε προσοχή σε βιβλία που περνούσαν απαρατήρητα και επέκρινε βιβλία επωνύμων που η επίσημη κριτική απέφευγε να θίξει. Οι επιλογές του δεν θα μπορούσαν να τους αφήνουν όλους ικανοποιημένους, αλλά εκείνο που μέτραγε κυρίως ήταν η αδέσμευτη φωνή του και ένας καλώς εννοούμενος ’’ερασιτεχνισμός’’. Ξαφνικά διέκοψε το μπλογκ και όλοι έμειναν με την απορία: γιατί; Κρατώντας την ανωνυμία του, δέχτηκε να μας μιλήσει και να εξηγήσει το ’’τι’’ και το ’’πως’’.
1) Τι ήταν αυτό που σας ώθησε τον Δεκέμβριο του 2005 να γίνετε, τελικά, reader’s diggest? Ως τότε δεν υπήρχαν καν βιβλιοφιλικά blogs, αλλά και blogs γενικά υπήρχαν ελάχιστα, έτσι δεν είναι?

Όλα ξεκίνησαν από ένα άτυπο στοίχημα, εντελώς προσωπικό και από μια διαφωνία με κάποιους (από τους ελάχιστους που έχω) φίλους μου στο λογοτεχνικό χώρο. Η διαφωνία είχε να κάνει με το αν υπάρχουν καλοί σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς και αν υπάρχουν τι φταίει και δεν αναδεικνύονται. Σκέφθηκα να γράψω μια επιστολή σχετική με το θέμα σε ένα γνωστό κριτικό αλλά αντιλήφθηκα ότι ουδέποτε περισσεύει χώρος στις εφημερίδες για την διατύπωση τέτοιων απόψεων. Την ίδια εποχή, στο εξωτερικό είχε ήδη συντελεστεί η έκρηξη των μπλογκς. Στην Ελλάδα, είναι ζήτημα αν υπήρχαν πεντακόσια ενεργά μπλογκ και το μοναδικό που είχε κοντινή σχέση με το βιβλίο ήταν του Αλέξη Σταμάτη, με μεγαλύτερο θεματολογικό βεληνεκές αφού έθιγε εύστοχα γενικότερα κοινωνικά θέματα ή κατέθετε και κάποιους μη συγγραφικούς προσωπικούς προβληματισμούς. Ήθελα να αποδείξω ότι αρκούσε ένα μπλογκ, σε κάποιον χωρίς ιδιαίτερες διασυνδέσεις με τον εκδοτικό χώρο, που δεν πάει σε παρουσιάσεις βιβλίων, επιχορηγούμενες εκδηλώσεις και η καθημερινότητα του δεν περιλαμβάνει συγγραφείς, εκδότες, βιβλιοπώλες ή κριτικούς για να εκφέρει δημόσιο (αναγνωστικό) λόγο και άποψη. Και το σπουδαιότερο: Κάποιοι να διαβάζουν όσα γράφει.

2) Τρία χρόνια μετά βρίσκετε να έχει αλλάξει κάτι? Εκτός από την πληθώρα των blogs και δη των βιβλιοφιλικών, δεν περνούν πια «απαρατήρητα πολλά καλά βιβλία και νέοι συγγραφείς?»
Δεν έχει αλλάξει απολύτως τίποτε στον πυρήνα του λογοτεχνικού κόσμου. Και δεν αναφέρομαι στις εξαιρέσεις του κανόνα. Οι κριτικοί είδαν τους μπλόγκερ ως εν δυνάμει αντιπάλους επειδή η δωρεάν εκφορά άποψης αποδυναμώνει τη δική τους επαγγελματική θέση, οι εφημερίδες αδυνατούν να προσεγγίσουν σωστά το φαινόμενο, όπως παλαιότερα αντέδρασαν με λάθος συγχρονισμό και τρόπο στην κυριαρχική λαίλαπα της ιδιωτικής τηλεόρασης. Η αλλαγή συντελέσθηκε μόνο εντός του δικτύου, στην εικονική πραγματικότητα. Οι εκδότες σιγά-σιγά αντιλαμβάνονται ότι αν ένα βιβλίο κυκλοφορήσει από μπλογκ σε μπλογκ (όπως παλαιότερα από στόμα σε στόμα) έχει σοβαρές πιθανότητες εμπορικής επιτυχίας. Προσπαθούν διάφοροι να ερμηνεύσουν την εμπορική επιτυχία της κ. Μαντά. Αν κτυπήσουν στο blogsearch το όνομα της θα δουν σε πόσα μπλογκ έγινε αναφορά του βιβλίου της τους τελευταίους μήνες και θα λυθούν οι απορίες τους. Το αντιλήφθηκαν έγκαιρα αρκετοί συγγραφείς που έγιναν και bloggers και απάντησαν με τη δημιουργία ενός διαδικτυακού κατεστημένου στο κατεστημένο των εντύπων. Νομίζω ότι ο χρόνος ζωής είναι σύντομος και η επιτυχία της επανάστασης των μπλογκ αμφίβολη, αφού σύντομα το φαινόμενο θα εκφυλλιστεί μια και θα χρησιμοποιηθεί προς ’’άγρα πελατών-αγοραστών’’. Και επειδή η τεχνολογία προχωράει με ταχύτατα άλματα, έστω και με καθυστέρηση η εγχώρια λογοτεχνική κοινότητα θα μάθει τις εξελίξεις και θα δούμε βιντεάκια προβολής βιβλίων ή συγγραφέων στο youtube ή γκρουπ βιβλιόφιλων στο Facebook, κινήσεις που ήδη γίνονται μαζικά στο εξωτερικό. Το όλο θέμα θυμίζει λίγο τη σεξουαλική επανάσταση των σέβεντις. Στην Ελλάδα κανείς δεν την πρόλαβε ή δεν την έζησε γιατί παραδόξως ήταν ή πολύ νέος ή πολύ γέρος!
3) Οι επιλογές σας πολλές φορές μοιάζουν αιρετικές, πιστεύετε ότι οι νέοι συγγραφείς αγνοούνται από την καθεστηκυία κριτική?
Αιρετικό είναι ότι σε ένα χώρο που διέπεται από νόμους, κανόνες και λογική της δεκαετίας του ’70 βρέθηκε κάποιος και μίλησε ευθέως και ευθαρσώς για το βιβλίο ως εμπορικό προϊόν και όχι μόνο ως αγαθό που προάγει τον πολιτισμό; Αιρετικό είναι ότι μίλησα για συγγραφείς που πρέπει να εκφέρουν άποψη για κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα όπως γίνεται παντού στον κόσμο; Αιρετικό είναι ότι έγραψα για προώθηση του βιβλίου στην τηλεόραση; Αιρετικό είναι τελικά το απολύτως ειλικρινές ’’μου αρέσει-δεν μου αρέσει;’’. Κατέθεσα απλές αναγνωστικές απόψεις χωρίς να τις ντύσω με το λούστρο του ειδικού, χωρίς να παριστάνω (γιατί απλά δεν είμαι) τον γνώστη της ιστορίας της λογοτεχνίας. Δεν έχω στο βιογραφικό μου φιλολογικές σπουδές, κάνω το απλούστερο τελειώνοντας την ανάγνωση ενός βιβλίου, το αξιολογώ, το ίδιο με εκατομμύρια άλλους ανθρώπους στον πλανήτη. Γιατί δεν ρωτάτε τους νέους συγγραφείς να σας καταθέσουν την άποψή τους; Μέσα στα δύο σχεδόν χρόνια λειτουργίας του μπλογκ πήρα πάνω από σαράντα μέιλ που μ’ ευχαριστούσαν γιατί διάβασα το βιβλίο τους και κατέγραψα την άποψή μου για τη δουλειά τους. Ακριβώς αυτό είχαν και έχουν ανάγκη. Να καταλάβουν αν αυτό που κάνουν αξίζει τον κόπο, όχι όμως από τον μικρόκοσμό φίλων και γνωστών που τους περιβάλλει και τους κανακεύει. Καταλήγουν ικέτες της κριτικής της δουλειάς τους, το ακριβώς αντίθετο απ΄ αυτό που προ μηνών έγραψε η κυρία Σχοινά (τεύχος Βιβλιοθήκης, Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2007, σελίδα 2): ’’Κι ακόμη οι εκδότες και συγγραφείς (ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος τους) τρέμουν τόσο την κριτική, ώστε τείνουν να συμφωνήσουν πως ’’αν είναι να γράψει κανείς έστω και αρνητικά, καλύτερα να μη γράψει καθόλου’’.
4) Υπάρχει μια εμμονή ή προσήλωσή σας στην σύγχρονη ελληνική πεζογραφία ή είναι λάθος δική μας εντύπωση;
Δεν διαβάζω μόνο έλληνες συγγραφείς. Η αναγνωστική εμμονή μου είναι ο Πίντσον. Αλλά τι ακριβώς θα πρόσφερε μια (ακόμη) αναγνωστική άποψη για τον Πίντσον που έχει διχάσει τους μεγαλύτερους κριτικούς παγκοσμίως εδώ και δεκαετίες; Τι θα πρόσφερε ένα μπλογκ που θα ανακάλυπτε τη δουλειά ενός αξιόλογου Ινδού ή Μολδαβού συγγραφέα; Εδώ, κυρία Γκίκα, δεν γνωρίζουμε τα του οίκου μας, αξιόλογοι έλληνες συγγραφείς αναγνωρίζονται μετά θάνατο ή πεθαίνουν πένητες και κηδεύονται δημοσία δαπάνη άνθρωποι που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη λογοτεχνία. Γιατί κανείς δεν έκανε τον κόπο να ασχοληθεί με τη δουλειά τους όταν ακόμη ζούσαν. Πολύ εύστοχα σατίρισε την όλη κατάσταση προ ετών στο ’’Τιμής ένεκεν’’ ο Πέτρος Τατσόπουλος. Δεν είμαι σε θέση να κρίνω συνολικά αλλά διατηρώ μερικές απλές λογικές απορίες. Γιατί έπρεπε να φτάσει το 2003 για να τιμηθεί για το σύνολο της δουλειάς του ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης ή το 2005 λίγο πριν το θάνατο του ο Τηλέμαχος Αλαβέρας; Δεν μπορούσαν να έχουν βραβευτεί προ δεκαετίας ή δεκαπενταετίας; Δεν θα ανακάλυπταν τη δουλειά τους, το έργο, τη διαδρομή τους πολλοί περισσότεροι αναγνώστες; Προφανώς και χωρίς να γίνομαι μακάβριος στην Ελλάδα οι νεκροί λογοτέχνες είναι πολυτιμότεροι των ζωντανών.
6) «Η ζωή είναι πολύ σύντομη για τα καλά βιβλία, πρέπει να διαβάζουμε μόνον εξαιρετικά βιβλία», συμφωνούμε απολύτως και με τον Τίμπορ Φίσερ και με σας που τον κάνατε μότο, πόσο εύκολο όμως είναι να επιλέγει κάποιος «εξαιρετικά βιβλία»? Μήπως χαμηλώνετε τα κριτήρια και έτσι η παραγωγή «βαφτίζεται» πολύ θετικά;
Αγαπητέ κύριε Μπασκόζο δεν θεσπίζω κριτήρια στην ανάγνωση, δεν βάζω όρους στην πρώτη σελίδα του βιβλίου, επιτρέπω στον συγγραφέα να με εκπλήξει, του δίνω ως αναγνώστης το δικαίωμα να το κάνει ακόμη και στην τελευταία σελίδα. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει συγγραφέας που βάζοντας τη λέξη Τέλος στο βιβλίο του πιστεύει βαθιά μέσα ότι έγραψε ένα κακό βιβλίο. Όλοι πιστεύουν ότι έχουν γράψει κάτι καλό. Συνεπώς, ποιος θέτει τα κριτήρια ποιότητας; Ο συγγραφέας; Ο εκδότης; Ας βγει να ομολογήσει κάποιος ότι εν γνώσει του εξέδωσε ένα ’’κακό βιβλίο’’. Οι κριτικοί; Μα, ακόμη και το χειρότερο βιβλίο του κόσμου να πάρουμε ως υποθετικό παράδειγμα είναι ανώτερο της κριτικής που γράφτηκε γι’ αυτό. Υπάρχει μια μόνιμη γκρίνια για έλλειψη αναγνωστών. Μα, τους αναγνώστες πέρα από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις (έλλειψη χρόνου και αναγνωστικής παιδείας, εισβολή τηλεόρασης και διαδικτύου κλπ.) τους απομακρύνουν από τα βιβλιοπωλεία οι ίδιοι οι άνθρωποι του χώρου. Γιατί να πάω να αγοράσω ένα βιβλίο ή να ψάξω αν υπάρχει καλό βιβλίο όταν διαβάζω ότι το σύνολο της παραγωγής είναι μέτριο, δεν υπάρχουν εμπνευσμένοι έλληνες συγγραφείς και εισπράττω μια μιζέρια. Το βιβλίο εφόσον έχει τιμή πώλησης πάνω του είναι ένα προϊόν προς πώληση που αναζητά απεγνωσμένα αγοραστές-αναγνώστες. Ποιος και με ποια κριτήρια καθορίζει την ποιότητα, κύριε Μπασκόζο; Οι κριτικοί με τα 30-40 βιβλία ελλήνων συγγραφέων που διαβάζουν σε ετήσια βάση από ένα σύνολο 300-350 που εκδίδονται; Οι αναγνώστες καθορίζουν με τα δικά τους υποκειμενικά κριτήρια την βιβλιοπαραγωγή. Και σε τελική ανάλυση, η ανάγνωση εκτός από μοναχική διαδικασία εμπεριέχει και το απόλυτα υποκειμενικό στοιχείο, συνεπώς δεν πιστεύω σε ’’κριτήρια ειδικών’’ και σε…ISO ποιότητας βιβλίων. Προτιμώ να τα ανακαλύπτω.

7) Εσείς, αυτά τα χρόνια που είχατε το μπλογκ, διαβάσατε τέτοια «εξαιρετικά βιβλία»?
Θα μιλήσω μόνο για την προηγούμενη ημερολογιακά χρονιά. Διάβασα εξαιρετικά βιβλία, πολύ καλά βιβλία, καλά βιβλία και κάκιστα βιβλία. Ανακάλυψα μαζί με αρκετούς ακόμη καθυστερημένα μια σπουδαία ελληνίδα συγγραφέα, την Ιωάννα Μπουραζοπούλου, η οποία με υποχρέωσε να αναζητήσω και τα προηγούμενα βιβλία της και πείσθηκα αναγνωστικά ότι είναι εξαιρετική, το Live wire των Οιχαλιώτη, Στεφανέα που δυστυχώς πέρασε μάλλον απαρατήρητο από το αναγνωστικό κοινό, τα Μελένια λεμόνια του Τριαρίδη, βιβλίο που δύσκολα προσπερνάει ασχολίαστο κάποιος, είτε το δει θετικά, είτε αρνητικά και έμεινα εντυπωσιασμένος από τη χρήση της ελληνικής γλώσσας από την ηθοποιό Αφροδίτη Αλ Σάλεχ στον ’’Βεσάρο’’. Είναι γλωσσικά το πιο άρτιο βιβλίο που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Δυστυχώς, δεν ξέρω πόσοι άλλοι τα διάβασαν γιατί δεν τα είδα σε κανένα πίνακα ευπωλήτων.

8) Στον απολογισμό χρονιάς που κάνατε αναφερθήκατε στην προσφιλή σας σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, και κόντρα στην μεμψιμοιρία των απολογισμών, βρίσκατε την χρονιά άκρως ενδιαφέρουσα. Θα θέλατε να αναφερθείτε σ’ αυτό;
Νομίζω ότι κάλυψε την ερώτηση με την προηγούμενη απάντηση και δεν χρειάζεται να επεκταθώ. Ούτως ή άλλως, θεωρώ λάθος αυτή τη συνέντευξη αφού στον ίδιο χώρο θα μπορούσε αντί των ασήμαντων απόψεων μου να προβληθούν τρία τέσσερα βιβλία.
9) Και παρ’ ότι το εξηγείτε στο μπλογκ, θα θέλατε να αναφερθείτε και στην απόφασή σας να επιστρέψετε γι’ αυτόν ακριβώς τον απολογισμό?
Απόφαση της στιγμής. Δεν ήθελα να αφήσω να πάνε χαμένα και χωρίς μια , έστω, απλή τυπική αναφορά μερικά καλά βιβλία. Θα ήταν αδικία για τους συγγραφείς τους και τις ευχάριστες ώρες που μου πρόσφεραν τους τελευταίους μήνες.

10) Έχω τη γνώμη ότι κινούμενος στα πλαίσια της «νέας δημοσιογραφίας» κάπου προσπαθήσατε να υποκαταστήσατε τον έντυπο δημοσιογραφικό λόγο. Τι νόημα είχαν οι συνεντεύξεις, τα ευπώλητα κ.τ.λ. σε ένα μπλογκ; Μήπως έτσι απομακρυνθήκατε από τα χαρακτηριστικά του «ερασιτέχνη» και μπήκατε στα χωράφια των επαγγελματιών, δημιουργώντας άθελα σας αποτελέσματα που δεν θα θέλατε;
Δεν υπάρχει, κύριε Μπασκόζο, παλιά και νέα δημοσιογραφία. Υπάρχει μια ενιαία δημοσιογραφία με βασικές αρχές. Ουδείς μπλόγκερ μπορεί να υποκαταστήσει τους δημοσιογράφους. Δεν έχει πρόσβαση στην πρωτογενή πληροφορία, στην είδηση. Πρέπει κάπου να διαβάσει, να δει, να ενημερωθεί για τα γεγονότα και μετά να τα σχολιάσει προσθέτοντας το (όποιο) προσωπικό του στοιχείο. Μόνο οι δημοσιογράφοι που διατηρούν μπλογκ έχουν πρόσβαση (λόγω θέσης και ρόλου) στην πρωτογενή ενημέρωση, στην πηγή των ειδήσεων. Τα βιβλιοφιλικά μπλογκ είναι η εξαίρεση γιατί το πρωτογενές υλικό είναι το βιβλίο στο οποίο μπορεί να έχει ο καθένας μας πρόσβαση. Με τα ευπώλητα δεν ασχολήθηκα ποτέ, τις σχετικές λίστες τις βλέπω στο περιοδικό σας ή στον τύπο. Οι συνεντεύξεις έγιναν με ανθρώπους που θα με ενδιέφερε να συνομιλήσω και δια ζώσης. Να μάθω ποιοι είναι πίσω από τα βιβλία τους ή πίσω από τις κριτικές που γράφουν. Διαισθάνομαι ότι κάποιοι ενοχλήθηκαν. Απόδειξη, ότι μετά τη ’’σιγή’’ του μπλογκ σταμάτησαν και διάφορα σχόλια στον τύπο για τη χρησιμότητα ή την αξία των μπλογκ. Λυπάμαι ειλικρινά που ορισμένοι δεν μπορούν να αντιληφθούν το πνεύμα των καιρών. Αν για κάποιο λόγο, ένα μπλογκ ήταν δελεαστικό για το βιβλιοφιλικό κοινό θα έπρεπε να τους προβληματίσει θετικά και όχι αρνητικά. Ήταν ένα κριτήριο για το τι θέλει να διαβάζει ο κόσμος που έχει κουραστεί από τον απωθητικό συντεχνιακό διάλογο ή από ασθματικές εξεζητημένες κριτικές που αναδεικνύουν τις γνώσεις του κρίνοντος και όχι τη δουλειά του κρινόμενου.

11) Τι ήταν αυτό που σας έκανε να θελήσετε να κλείσετε το μπλογκ? Οι αιτιολογίες σας δεν θεωρήθηκαν από όλους πειστικές και δημιούργησαν μια μυθολογία, ότι κάτι κρύβετε….
Δεν υπάρχει κανενός είδους παρασκήνιο. Είναι όπως ακριβώς τα έγραψα τον περασμένο Ιούλιο και εκεί θα σας παραπέμψω…Δεν βιοπορίζομαι εντός του λογοτεχνικού χώρου, δεν προσλήφθηκα σε εκδοτική εταιρεία και παρά τις προτάσεις που μου έγιναν δεν κυκλοφόρησα κανένα βιβλίο με την υπογραφή reader diggest για να εκμεταλλευτώ τη δημοφιλία του μπλογκ, όπου εμφανίστηκαν κείμενα μου εκτός μπλογκ ήταν ’’φιλικές συμμετοχές΄΄ χωρίς οικονομική δοσοληψία. Δεν ήταν αυτοί οι στόχοι μου και δεν άλλαξε κάτι στη διαδρομή. Δεν πήρα ούτε ένα δωρεάν αντίτυπο από εκδοτικό οίκο ή συγγραφέα, αντίθετα μέχρι σήμερα όταν κάποιος μου γράφει ’’διάβασε αυτό το βιβλίο, αξίζει τον κόπο’’ πηγαίνω και το αγοράζω.
(12)Πιστεύετε ότι κάνατε φίλους ή εχθρούς μέσα απ’ το μπλογκ σας;
Θα απαντήσω αντίστροφα. Μόνο δύο άνθρωποι με υποχρέωσαν να ανασκευάσω κάτι που έγραψα και στη μια περίπτωση να ζητήσω δημόσια συγνώμη. Στην πρώτη διαφωνία το θέμα λύθηκε δι’ αλληλογραφίας και ιδιωτικά. ’’Γνώρισα’’ υπέροχους ανθρώπους, δημιούργησα μια τουλάχιστον ’’φιλία ζωής’’, συζήτησα μέσω αλληλογραφίας με συγγραφείς ή εκδότες που είναι ως άνθρωποι σημαντικότεροι του σπουδαίου έργου τους, με τίμησαν με την εμπιστοσύνη άτομα που πιθανώς δεν θα συναντήσω ποτέ, ακόμη και άσχετοι με το λογοτεχνικό χώρο, επιστήμονες, ακαδημαϊκοί, απλοί αναγνώστες που δεν τους ενδιέφερε η δημόσια εκφορά λόγου αλλά μια γόνιμη ανταλλαγή απόψεων. Μου έστειλαν ανέκδοτα χειρόγραφα απλά για να πω τη γνώμη μου, ακόμη και τώρα συνεχίζεται, έχω στα χέρια μου δύο βιβλία υπό έκδοση για να τα διαβάσω και να πω τη γνώμη μου στους συγγραφείς. Όλα αυτά αποτέλεσαν μια μοναδική εμπειρία. Από την άλλη υπήρξαν κάποιοι που μου έστειλαν λιγοστά ανώνυμα υβριστικά μέιλ ειδικά τους πρώτους μήνες του μπλόγκ, λυπάμαι που δεν μου έδωσαν ποτέ την ευκαιρία να το συζητήσουμε. Δεν με ενόχλησε γιατί το περίμενα, με ενόχλησε όταν κατάλαβα ότι κάποιος, το περασμένο καλοκαίρι θεώρησε ότι είμαι επιζήμιος για τη δουλειά του. Αυτό ούτε το ήθελα και ούτε το επεδίωξα.


13) Ο τρομακτικά μεγάλος αριθμός επισκεψιμότητας επηρέασε σε κάποιο σημείο τις επιλογές σας? Μπορείτε να αναφερθείτε σ’ αυτούς τους αριθμούς; Στο απολογιστικό σας ποστ γράφετε ότι υπήρχαν ήδη πολλές επισκέψεις σε ένα μπλογκ εκτός λειτουργίας, εκατό επισκέψεις καθημερινά…
Κάποια στιγμή, τον Σεπτέμβριο του 2006, αντιλήφθηκα ότι το μπλογκ είχε μετατραπεί σε ένα ανεξέλεγκτο ’’θηρίο’’. Έπρεπε να είμαι σε συνεχή εγρήγορση γιατί οι επισκέψεις είχαν φτάσει τις 500-600 τη μέρα και δεν ήξερα τι σχόλια θα άφηνε ο καθένας, ποιόν μπορούσε να προσβάλλει. Απαγόρευσα τα ανώνυμα σχόλια με βαριά καρδιά γιατί πιστεύω στην χωρίς περιορισμούς και κανόνες επικοινωνία αλλά αυτό έκανε τελικά καλό γιατί διασώθηκε η ποιότητα του χώρου. Η συνέντευξη της Λώρης Κέζα λίγες μέρες πριν σιγήσει το μπλογκ έφτασε τις 1200-1300 επισκέψεις σε μια μέρα, η συνέντευξη του Νίκου Βλαντή λίγο νωρίτερα είχε ξεπεράσει τις 1000 επισκέψεις σε μια μέρα. Με εξαίρεση τους πρώτους πέντε μήνες που οι επισκέψεις ήταν ελάχιστες από τον Μάιο του 2006 μέχρι τον Ιούλιο του 2007 μπήκαν στο μπλογκ (υπάρχει και ο σχετικός μετρητής σε κοινή θέα) 100.000 άνθρωποι παρότι μεσολάβησαν και καλοκαιρινοί μήνες που δεν υπήρχε ενημέρωση. Προ ημερών διαπίστωσα ότι ακόμη και σήμερα μπαίνουν καθημερινά 80-100 άνθρωποι που προφανώς ψάχνουν τα αρχεία του μπλογκ και παλαιότερα κείμενα. Το τελευταίο ποστ του 2007 το επισκέφτηκαν την επόμενη μέρα 400-500 άνθρωποι, παρότι δεν είχα ενημερώσει ότι σκόπευα να ξαναγράψω.
Οι επιλογές μου ουδέποτε επηρεάστηκαν. Συνέχισα να κρίνω τα βιβλία το ίδιο υποκειμενικά, συνεχίζω να συμπαθώ τους ίδιους συγγραφείς που συμπαθούσα και πριν ανεξάρτητα αν μου έστειλαν σ’ αυτά τα δύο χρόνια ένα μέιλ ή όχι. Επηρεάστηκαν μόνο οι αναγνωστικές επιλογές μου γιατί ήταν δύσκολο να διαβάσω δοκίμια ή ποίηση. Υποχρεώθηκα να διαβάζω μόνο βιβλία για τα οποία θα έγραφα τη γνώμη μου στη συνέχεια. Και αυτό με έκανε να γίνω πιο επιεικής στην άποψή μου για τους κριτικούς. Ειδικά, εκείνους που φαίνεται ότι δεν διαβάζουν με αγάπη για το βιβλίο αλλά από επαγγελματική υποχρέωση.
14) Γιατί επιμένετε τόσο πολύ στην ανωνυμία; Και αυτό τι μπορεί να σημαίνει, ότι είστε ήδη πολύ γνωστός, άγνωστος κατά συνέπεια δεν έχει και σημασία… Υπάρχουν άνθρωποι που σας ξέρουν?
Κατ΄ αρχήν, βασική αρχή του μπλόγκινγκ είναι η ανωνυμία. Πέραν όμως αυτού υπήρχε ουσιαστικός λόγος. Η λογοτεχνία στην Ελλάδα είναι….ανάδελφη! Θα το έθετα σε μορφή παρομοίωσης ως εξής. Η ελληνική λογοτεχνία μοιάζει με ανελκυστήρα σε κίνηση. Απέξω περιμένουν κάποιοι να επιβιβαστούν με χειρόγραφα στα χέρια και πιέζουν τους ’’μέσα’’ να κάνουν χώρο. Οι ’’μέσα’’ , με βιβλία στο χέρι, επειδή δυστυχώς οι διαστάσεις του χώρου είναι μικρές, φωνάζουν ’’δεν χωράει άλλος’’. Αν μπορούν να πετάξουν και κάποιον έξω δεν θα στεναχωρηθούν. Οι καταξιωμένοι έλληνες συγγραφείς δεν είναι γενναιόδωροι προς τους νεότερους. Σπάνια θα ακούσουμε ή θα διαβάσουμε ένα καλό σχόλιο συγγραφέα για δουλειά νεότερου ομότεχνου του. Και οι εντός και οι εκτός του ανελκυστήρα αρέσκονται στη διαπλοκολογία και στην δημοσιοποίηση παραπόνων ή θεωριών συνωμοσιών. Καλώς η κακώς, διατηρώ φιλίες, λιγοστές αλλά υπαρκτές εντός του λογοτεχνικού χώρου. Και θέλω να τις προστατεύσω γιατί είναι ανεξάρτητες των βιβλίων και της λογοτεχνίας, ισχυρότερες αυτών. Δεν ήταν υποχρεωμένοι οι φίλοι μου να χρεώνονται αυτά που έγραφα. Δεν κινούμαι σε λογοτεχνικούς χώρους, για δύο χρόνια πήγα σε τρεις παρουσιάσεις βιβλίων ή λογοτεχνικές εκδηλώσεις που θα πήγαινα ούτως ή άλλως και δεν είχαν σχέση με το μπλογκ. Μόνο η ανωνυμία εξασφάλιζε ότι αφενός δεν θα έμπαινα σε ένα αλισβερίσι δημοσίων σχέσεων, τηλεφώνων, έκφρασης ευχαριστιών ή παραπόνων και αφετέρου ότι δεν θα μου καταλογιζόταν εξ’ αρχής κακή πρόθεση, συμμετοχή σε ’’λογοτεχνικά λόμπι’’ ή μη τήρηση των ίσων αποστάσεων. Χρειάσθηκαν μήνες για να πείσω ότι δεν…διαπλέκομαι, ότι δεν είμαι μαριονέτα κάποιου εκδότη ή κατ’ εντολή αβανταδόρος συγγραφέων και ότι απλά ανθρώπινα τυχαίνει να συμπαθώ συγγραφείς για τη δουλειά τους και όχι γιατί τα πίνουμε παρέα. Ουδείς με ενόχλησε ποτέ προσωπικά αλλά σε δύο άτομα που ευθέως με ρώτησαν για την ταυτότητα μου δεν είπα ψέματα. Το ίδιο θα κάνω και στο μέλλον αν κάποιος με ρωτήσει ’’’εσύ είσαι ο reader;’’. Τους υπόλοιπους τους αφήνω να εικάζουν αν είμαι συγγραφέας, εκδότης, κριτικός και ακόμη και σήμερα να με ’’βαφτίζουν’’ κατά το δοκούν με διάφορα ονόματα κάνοντας απλοϊκούς και λανθασμένους συνδυασμούς στο μυαλό τους. Σε τελική ανάλυση, οι ΄΄μάσκες’’ δεν ήταν ανέκαθεν κάτι συνηθισμένο στη λογοτεχνία; Ο Πεσόα είχε 72 βεβαιωμένα ’’ετερώνυμα’’ και οι μάσκες έκρυβαν κάτι αληθινά σημαντικό. Είναι αδιάφορη και άνευ σημασίας η μάσκα που καλύπτει ένα ετερώνυμο μπλόγκερ.

15) Θα επιστρέψει ο Reader’s digest, τελικά? Θα μπορούσαμε να πάρουμε το απολογιστικό άρθρο και ως την επιστροφή σας ή όχι?
Δεν έχω την παραμικρή ιδέα αυτή τη στιγμή. Αν αλλάξει ο ψυχισμός μου σχετικά με το μπλογκ και τη χρησιμότητα του και είμαι βέβαιος ότι δεν θα κάνω τα λάθη του παρελθόντος ίσως να επιστρέψω και αύριο το πρωί. Ούτως ή άλλως υπάρχουν πλέον πολλά και καλά βιβλιοφιλικά μπλογκ.

16) Και εν τοιαύτη περιπτώσει (αν δεν επιστέψετε) τι θα γίνουν «οι αδικημένοι σας συγγραφείς»? «Τα καλά βιβλία» που από την κριτική ή το αναγνωστικό κοινό «αδικούνται»?
Προϋπήρχαν του μπλογκ και θα υπάρχουν στο διηνεκές. Δεν νομίζω ότι αυτό το μπλόγκ άλλαξε ουσιαστικά τον τρόπο που κάποιοι βλέπουν και αξιολογούν τους συγγραφείς, ούτε ανέδειξε ή διαφοροποίησε τη διαδρομή ενός συγγραφέα ή ενός βιβλίου. Οι κριτικοί θα συνεχίσουν να διαβάζουν τους ίδιους 30-40 συγγραφείς σε ετήσια βάση, οι ανέκδοτοι να ψάχνουν για εκδότη και οι μη αναγνωρισμένοι να παραπονιούνται για την έλλειψη αναγνώρισης της δουλειάς τους ή αναγνωστών. Τείνω να συμφωνήσω με αυτό που γράφτηκε στο Lifo ότι το συγκεκριμένο μπλογκ πέτυχε γιατί αποτέλεσε τη βαλβίδα εκτόνωσης της λογοτεχνικής κοινότητας σε εποχές που ασφυκτιούσε. Δεν πρόσφερε τίποτε παραπάνω, όπως θα επαναλάβω ότι δεν προσφέρει τίποτε ουσιαστικό αυτή η συνέντευξη.

Πέντε ερωτήσεις αποκλειστικά για τον αναγνώστη reader’s diggest:

1) Το πρώτο ανάγνωσμα της ζωής σας?
Το αναγνωστικό της πρώτης Δημοτικού.
2) Το βιβλίο που σας άλλαξε τη ζωή? Πιστεύετε ότι μπορεί να υπάρξει στη ζωή μας ένα τέτοιο βιβλίο?
Όχι δεν υπάρχει. Υπάρχουν όμως βιβλία διαχρονικά για τον καθένα μας. Για μένα είναι ο ’’Πεζός λόγος’’ του Βάρναλη που τον έχω διαβάσει πέντε έξι φορές και πάντοτε τον προσεγγίζω διαφορετικά.
3) Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς?
Δεν χωράνε εδώ.
4) Οι νεοέλληνες συγγραφείς που ξεχωρίζετε?
Ούτε αυτό χωράει εδώ. Χρειάστηκαν 250 κείμενα στο μπλογκ αν αναφερθώ σε τρία τέσσερα ονόματα θα είναι σαν να αποκηρύσσω τους υπόλοιπους. Σίγουρα πάντως θα αγοράσω ότι γράψουν Σταμάτης, Σώτη, Χωμενίδης, Ραπτόπουλος αν και με εξαίρεση τον πρώτο οι τελευταίες δουλειές των υπολοίπων δεν με έχουν ικανοποιήσει αναγνωστικά και διακρίνω ’’κρίση μέσης συγγραφικής ηλικίας’’.
5) Τι πρέπει να έχει ένα βιβλίο ή ένας συγγραφέας για να σας κάνει να τον διαβάσετε? Να είναι page turner. Να με υποχρεώνει στο τέλος μιας κουραστικής μέρας να κοιμηθώ μια ώρα λιγότερη για να διαβάσω ’’λίγο παραπάνω’’.

Monday, February 11, 2008

 

Δύο κουβέντες και ένα ανέκδοτο περί ευτυχίας (παραγγελιά του Alef)

Δύο φράσεις που μου ήρθαν στα γρήγορα...

''Αγαπάμε πάρα πολύ τη ζωή για να θέλουμε να είμαστε μόνιμα ευτυχισμένοι'' Από την Αέναη ευφορία του Πασκάλ Μπρίκνερ .

Αγαπητό Alef, κατά τον Επίκουρο ''το πρώτο που εμποδίζει την ευτυχία είναι ο φόβος''.

Και ένα παλιό ανέκδοτο που αφορά τους αλχημιστές. Είναι γνωστό ότι από την παραγωγή τους δεν προέκυψε ποτέ χρυσάφι αλλά η απόσταξη πολλών ποτών τους επέτρεψε αντί να πεθάνουν πλούσιοι να πεθάνουν ευτυχισμένοι και χαμογελαστοί!


Saturday, December 29, 2007

 

Τα καλύτερα του 2007

Μετά από αρκετούς μήνες ξαναγράφω στο μπλογκ για πολύ συγκεκριμένους λόγους: Πρώτος και σημαντικότερος, αφού κλείνει η χρονιά είπα να τηρήσω την παράδοση και να μην σπάσω τον κύκλο των ανασκοπήσεων με τα καλύτερα της χρονιάς που φεύγει. Δεύτερος λόγος, ότι παρότι το μπλογκ είναι σε ’’ύπνωση’’ εδώ και μήνες υπάρχουν πάνω από εκατό επισκέψεις καθημερινά (τι διαβάζουν δεν το ξέρω αλλά οφείλω να τους τιμήσω με κάτι φρέσκο…). Τρίτος λόγος: Στις ανασκοπήσεις των σεβαστών κριτικών μας αυτές τις μέρες θα διαβάσουμε τα συνηθισμένα για τη…μέτρια παραγωγή, το τέλμα της ελληνικής λογοτεχνίας και όλα τα γνωστά κλισέ που επιστρατεύουν για να καλύψουν την αδυναμία ή την αδιαφορία τους να ανακαλύψουν οτιδήποτε νέο κυκλοφορεί. Αποστασιοποιημένος από το μπλογκ εδώ και μήνες το γράφω με σιγουριά: Ποτέ άλλοτε τα τελευταία 20-25 χρόνια η Ελλάδα δεν είχε τόσους πολλούς και καλούς συγγραφείς για κάθε αναγνωστικό γούστο και επίπεδο. Τα υπόλοιπα είναι για λαϊκή κατανάλωση ή για συντεχνιακό κουβεντολόι μη αναγνωστών.
Αρχίζω από τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς σε αντίστροφη σειρά και με ένα πολύ μικρό σχόλιο για κάθε βιβλίο ξεχωριστά:
10- Ο δαιμονιστής, Αύγουστος Κορτώ (εκδόσεις Καστανιώτη): Δεν θα έλεγα τυπικός Κορτώ αλλά ο καλύτερος Κορτώ των τελευταίων ετών σε ένα προκλητικό βιβλίο.
9. Μικρός δακτύλιος Κώστας Κατσουλάρης (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα): Με διαφορετικό ύφος και θέμα από τον εξαιρετικό ’’Αντίπαλο’’ (την προηγούμενη δουλειά του) αλλά και μια ’’διαφορετική’’ ματιά στην πόλη και τους ανθρώπους της.
8. Πυθαγόρεια εγκλήματα, Τεύκρος Μιχαηλίδης (εκδόσεις Πόλις): Είναι βιβλίο που εκδόθηκε το 2006 αλλά το διάβασα και το σχολίασα στο μπλογκ μέσα στο 2007.
7. Η μανία με την άνοιξη, Άρης Μαραγκόπουλος (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα): Το πιο πολιτικό βιβλίο της χρονιάς με τον Μαραγκόπουλο να επιστρέφει στις κλασικές φόρμες γραφής. Η παρουσία της Φλώρας (του Τσίρκα) δημιούργησε ποικίλες αντιδράσεις.
6. Του φιδιού το γάλα, Γιάννης Ξανθούλης (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα): Είμαι σταθερός αναγνώστης του Ξανθούλη. Δεν είναι το καλύτερο του αλλά είναι Ξανθούλης και για μένα αυτό τα λέει όλα.
5. Η γυναίκα που πετάει. Μένης Κουμανταρέας (εκδόσεις Κέδρος): Κλασικός Κουμανταρέας με όλη τη μαστοριά του στη σύντομη γραφή.
4. Ουαλικό λεξικό του σεξ, Νίκος Πλατής (εκδόσεις Κέδρος): Το ξέρω ότι δεν είναι μυθιστόρημα ή διήγημα αλλά διαβάζεται σαν….μυθιστόρημα και όχι σαν λεξικό. Απολαυστική γραφή, απίστευτης έκτασης έρευνα και γενικά μια δουλειά που αξίζει κάποιας επιβράβευσης για την πρωτοτυπία της!
3. μ.Χ., Βασίλης Αλεξάκης (εκδόσεις Εξάντας): Βραβευμένος στη Γαλλία τολμάει να αγγίξει το θρησκευτικό άβατο χωρίς όμως τις συνήθειες συγγραφικές παρωπίδες η εμμονές.
2. Το μονοπάτι στη θάλασσα, Αντώνης Σουρούνης (εκδόσεις Καστανιώτη): Το μοναδικό βιβλίο που συμφώνησαν σχεδόν όλα τα βραβεία και όλες οι επιτροπές. Κατάθεση ψυχής υμνήθηκε δίκαια.
1. Τι είδε η γυναίκα του Λωτ; Ιωάννα Μπουραζοπούλου (εκδόσεις Καστανιώτη): Την μάθαμε χάρη στην επιμονή της Λώρης Κέζα και αν δεν είχε συμβεί αυτό ίσως περνούσε απαρατήρητη για πολλά ακόμη βιβλία. Από τις σπάνιες περιπτώσεις συγγραφέων που δημιουργεί δικό της σύμπαν και δεν το έκανε μόνο στο συγκεκριμένο βιβλίο αλλά και στα δύο προηγούμενα της (όποιος τα διαβάσει θα το διαπιστώσει)! Ότι καλύτερο έχει να επιδείξει σήμερα το ’’νέο αίμα’’ της γραφής και η τρανή απόδειξη ότι κυκλοφορούν ταλέντα γραφής στην Ελλάδα.
Θυμίζω ότι πέρυσι στην πρώτη θέση για τα καλύτερα βιβλία του 2006 υπήρχαν τέσσερα βιβλία: ’’Writtersland, το νησί των συγγραφέων’’ (Νίκος Βλαντής, εκδόσεις Κέδρος), Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου (Γιώργος Σκαμπαρδώνης, εκδόσεις Κέδρος), Φάδερ ημών (Μάνος Βουράκης, εκδόσεις Ωκεανίδα), Ταξίδι στη λευκή θάλασσα (Βλάσης Τρεχλής, εκδόσεις Αρμός).
Δέκα βιβλία που δεν θα βρείτε στα ευπώλητα αλλά αξίζουν τον κόπο (Τα αδικημένα βιβλία του 2007, με την επιφύλαξη ότι ορισμένα βιβλία κυκλοφόρησαν τους τελευταίους 2-3 μήνες άρα έχουν πιθανότητες να διαγράψουν μια καλή πορεία):
10. Αληθινή αγάπη και άλλες ιστορίες, Γιάννης Παλαβός (Intro Books). Τον ανακαλύψαμε χάρη σε μια νουβέλα του που υπήρχε σε μπλογκ πριν από μερικούς μήνες. Η πρώτη συλλογή διηγημάτων του έδειξε ότι διαθέτει τα προσόντα να κάνει μια καλή λογοτεχνική πορεία.
9. Ο διστιχηζμένος κομονιστής, Δημήτρης Μπατσιούλας (εκδόσεις Μπατσιούλας Ν. και Σ.): Χαρτογραφημένη ιστορία της Μακεδονίας την εποχή της Βουλγαρικής κατοχής και ένα έντιμο (πολιτικά) βιβλίο που αποδίδει ισόποσα και ισομερώς ιστορικές ευθύνες. Προϊόν σημαντικής έρευνας αλλά και με υπόθυεση που διαβάζεται αυτόνομα.
8. Το συγκρότημα, Αντώνης Τουρκογιώργης (εκδόσεις Ιανός): Δεν αξίζει μόνο για όσους μεγαλώσαμε με τους Socrates drunk the conium αλλά και γιατί ένας από τους καλύτερους έλληνες ροκ κιθαρίστες αποδεικνύεται ταλέντο γραφής και ύφους.
7. Η νύχτα της λευκής παπαρούνας, Κώστας Μίσσιος (εκδόσεις Διόπτρα): Κι’ όμως και στην Ελλάδα γράφονται αξιοπρόσεκτες ιστορίες μυστηρίου και μάλιστα από ένα πρωτοεμφανιζόμενο. Παράλληλα και η καλύτερη δουλειά πρωτοεμφανιζόμενου για τη χρονιά που τελειώνει.
6. Το άλλο μισό μου πορτοκάλι, Λευτέρης Μαυρόπουλος (εκδόσεις ’Ινδικτος). Ο βορειοελλαδίτης συγγραφέας καταγράφει με υπέροχο τρόπο ένα μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Δεν τον είχα ανακαλύψει αλλά διαβάζοντας την πρόσφατη δουλειά του ανέτρεξα και στην προηγούμενη (Ο θανατοναύτης) που επίσης είναι δυνατό δείγμα γραφής.
5. Αυτό που σου ξεφεύγει, Πολυχρόνης Κουτσάκης (εκδόσεις Μίνωας): Οι κριτικοί συνεχίζουν να τον…αγνοούν. Βραβεύτηκε πρόσφατα για θεατρικό του έργο, διαπρέπει στο εξωτερικό αλλά οι ντόπιοι λογοτεχνικοί κύκλοι τον γνωρίζουν ελάχιστα για να μην πω καθόλου. Πέραν των υπολοίπων η νέα του δουλειά διαθέτει κάτι που...ξεφεύγει ή λείπει από την πλειοψηφία των ελλήνων συγγραφέων: Απλό ατόφιο χιούμορ.
4. Αμανίτα Μουσκάρια, Παύλος Μεθενίτης (εκδόσεις Καστανιώτης): Δειλά-δειλά τον ανακάλυψαν οι κριτικοί αλλά όχι και η μεγάλη μάζα των αναγνωστών. Στο δεύτερο βιβλίο του (παρότι δεν ξεπέρασε τον αριστουργηματικό πρωτόλειο ΄’Άλλο’’ του) καταθέτει μια δουλειά με ξεχωριστό ύφος γραφής, εξαιρετική χρήση της ελληνικής γλώσσας και ξεδιπλώνει μια παράξενη ιστορία από την εποχή του εμφυλίου.
3.
Μπλε καστόρινα παπούτσια, Θανάσης Σκρουμπέλος (εκδόσεις Τόπος). Ο συγγραφέας γνωστός, ο εκδοτικός οίκος καινούργιος. Βιβλίο ατμοσφαιρικό με καλό γράψιμο και ύφος που κερδίζει τον αναγνώστη από την πρώτη αράδα. Μια από τις καλύτερες λογοτεχνικές αποτυπώσεις των ’’βρώμικων χρόνων’’ και των γεγονότων (κόκκινη προβιά, προβοκάτσια στον Γοργοπόταμο) που άνοιξαν την πόρτα στη δικτατορία με soundtrack το ροκ του Πρίσλεϊ. Αν δεν είχε προηγηθεί το βιβλίο του Σκαμπαρδώνη θα ήταν η καλύτερη ίσως ’’εικονογράφηση’’ του λούμπεν παρακράτους. Παρότι ο Σκρουμπέλος τείνει να γίνει ’’μονοθεματικός’’ είναι ένα θέμα που το χειρίζεται και το παρουσιάζει άψογα.
2. Live wire, Η ευαγής επανόρθωση, Ρέννος Οιχαλιώτης, Πέτρος Στεφανέας (εκδόσεις Γαβριηλίδης)
. Άλλο ένα βιβλίο του 2006 που πέρασε απαρατήρητο. Απάντηση σε όσους γκρινιάζουν ότι η ελληνική λογοτεχνία είναι εγκιβωτισμένη στο τρίγωνο Ομόνοια-Σύνταγμα-Κολωνάκι! Παγκοσμιοποίηση, ακτιβισμός, μοντέρνες τεχνολογίες σε ένα μυθιστόρημα που τυπικά φέρνει πάνω του την ετικέτα του αστυνομικού αλλά είναι πολύ περισσότερα. Γραμμένο σε άλλη γλώσσα θα ήταν πανευρωπαϊκό μπεστ σέλερ.
1. Τα μελένια λεμόνια, Η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων, Θανάσης Τριαρίδης (εκδόσεις Τυπωθήτω): Ήταν αναμενόμενο ότι οι κριτικοί θα έδειχναν μουδιασμένοι απέναντι στην εικονοκλαστική δουλειά του ακτιβιστή από τη Θεσσαλονίκη και προτίμησαν τη λύση της....σιωπής. Έργο που σε άλλη χώρα θα τροφοδοτούσε συζητήσεις, αναλύσεις, διαφωνίες. Στην Ελλάδα καταδικασμένο θύμα του μεσαιωνικού λογοτεχνικού σκοταδισμού. Παρότι υπάρχουν δεκάδες σημεία του που διαφωνώ είναι μια σπάνια δουλειά.
Θυμίζω ότι τα αντίστοιχα ’’αδικημένα βιβλία ήταν για το 2006 το ’’Ταξίδι στη λευκή θάλασσα’’ του Βλάση Τρεχλή (εκδόσεις Αρμός) και για το 2005 οι ΄΄’Ακροβάτες του χρόνου’’ του Πολυχρόνη Κουτσάκη.
Υπάρχει και η λίστα με τα ευπώλητα της χρονιάς που ήταν κατώτερα του θορύβου που δημιούργησαν. Διάλεξα πέντε βιβλία και εξηγώ τους λόγους:
5. Πάρτι γενεθλίων, Πάνος Καρνέζης (εκδόσεις Λιβάνη): Δημιούργησε τεράστιες προσδοκίες με τις υποδειγματικές ’’Μικρές Ατιμίες’’ πριν από μερικά χρόνια αλλά ούτε ο Λαβύρινθος, ούτε η συγκεκριμένη δουλειά του τις επιβεβαίωσαν.
4. Κινέζικα κουτιά, Σώτη Τριανταφύλλου (εκδόσεις Πατάκη): Η Σώτη σε ελεύθερη πτώση έμπνευσης. Ένα βιβλίο που θα μπορούσε να είναι σπουδαίο αλλά τελικά αποδείχθηκε ’’κινέζικο κουτί’’.
3. Αλδεβαράν, Παύλος Μάτεσις (εκδόσεις Καστανιώτη): Μουδιασμένη συνέχεια του ’’Μύρτου’’. Τη διασώζει μόνο η υποδειγματική ικανότητα γραφής του συγγραφέα αλλά δεν φτάνει.
2. Σουέλ, Ιωάννα Καρυστιάνη (εκδόσεις Καστανιώτη)
: Δεν θυμάμαι τα τελευταία χρόνια ένα βιβλίο που πήρε κρατικό βιβλίο λογοτεχνίας να δημιούργησε τόσες αντιδράσεις. Τις δικές μου ενστάσεις (που είχαν δημιουργήσει πολλές συζητήσεις) τις είχα καταθέσει προ μηνών στο μπλογκ και υπάρχουν στα σχετικά αρχεία.
1. Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι, Λένα Μαντά (εκδόσεις Ψυχογιός): Ξέρω ότι πάνω από 80.000 άνθρωποι που τίμησαν το βιβλίο ως το απόλυτο μπεστ σέλερ της χρονιάς θα διαφωνήσουν. Λυπάμαι ειλικρινά (και λυπάμαι διπλά γιατί μου έχουν πει ότι η συγγραφέας είναι ένας υπέροχος άνθρωπος) αλλά μετά τις 40-50 πρώτες σελίδες είχα την αίσθηση ότι διάβαζα κάτι απόλυτα προβλέψιμο. Φυσικά όταν υπάρχει η ετυμηγορία της αγοράς η άποψη ενός μπλόγκερ πάει…περίπατο.
Στην αντίστοιχες πρώτες θέσεις των απογοητεύσεων της χρονιάς είχαν τοποθετηθεί το 2005 το ’’Δύο μέρες μόνο’’ του Χριστόφορου Παπακαλιάτη και το 2006 Ο Κυρίαρχος των οκτώ της Άννας Παναγιωταρέα.
Δεν τελειώσαμε….
Το γεγονός ότι εδώ και αρκετούς μήνες διάβαζα χωρίς την υποχρέωση να γράφω παράλληλα τις εντυπώσεις μου είχε και ένα καλό. Ανακάλυψα μερικά αξιόλογα βιβλία πέραν από τα μυθιστορήματα και τα διηγήματα. Μελέτες ή δοκίμια ειδικού ενδιαφέροντος τα οποία καταγράφω χωρίς σειρά αξιολόγησης και με ένα μικρό συνοδευτικό σχόλιο: Οι μάγοι του καιρού (Tim Flannery, εκδόσεις Ισόρροπον): Δεν ασχολήθηκε μόνο ο….Γκορ με το κλίμα και στο συγκεκριμένο βιβλίο ο αναγνώστης ανακαλύπτει σε μια σχεδόν φρικιαστική απαρίθμηση γιατί ο πλανήτης είναι καταδικασμένος σε οικολογική καταστροφή. Σχέσεις νερού (Σοφία Ριζοπούλου, εκδόσεις Δίαυλος): Τα πάντα για το νερό που πίνουμε γραμμένα με ένα πολύ έξυπνο τρόπο. Επειδή ο επόμενος μεγάλος πόλεμος θα γίνει για το νερό. Ροκ παγκοσμιοποίηση και ελληνική πραγματικότητα (Νίκος Μποζίνης, εκδόσεις Νεφέλη): 573 σελίδες όπου και ο πιο απαιτητικός ή ενημερωμένος μουσικά αναγνώστης θα ανακαλύψει πράγματα που δεν ξέρει για τους λόγους που η ροκ μουσική είναι κάτι παραπάνω από μουσικό κίνημα. Έξοχη δουλειά. Α όπως Αμερική (Συλλογικό έργο, εκδόσεις Μαγικό Κουτί): Το πρώτο βιβλίο του νεότευκτου εκδοτικού οίκου του Νίκου Βλαντή πετυχαίνει μια πρωτότυπη καταγραφή της αμερικάνικης ιστορίας μέσα από την ’’αναθεώρηση’’ εννέα γνωστών κινηματογραφικών ταινιών. Ξεκίνημα έκπληξη για ένα φιλόδοξο εκδοτικό οίκο με απρόσμενα φρέσκα κείμενα γραμμένα όχι μόνο από λογοτέχνες αλλά και από ανθρώπους του κινηματογράφου ή των τεχνών.
Επίσης δεν τελειώσαμε ακόμη…
Δύο βιβλία ξένων συγγραφέων μου κέντρισαν το ενδιαφέρον. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα έγραφα (ή θα διάβαζα) ένα βιβλίο σχεδόν 1000 σελίδων που ΔΕΝ ΘΑ είχε την υπογραφή του Πίντσον. Κι’ όμως συνέβη και συνέβη μέσα σε χρονιά που υπήρχε ΚΑΙ βιβλίο του Πίντσον (το εξαιρετικό Against the day). Αναφέρομαι στο υπέροχο Σανταράμ που κυκλοφόρησε το 2003 αλλά στη χώρα μας έφτασε μόλις φέτος από τις εκδόσεις Διήγηση και παρότι βρίσκεται γύρω στο εξάμηνο στα βιβλιοπωλεία έχει περάσει απαρατήρητο! Η παραληρηματική αφήγηση μιας ζωής που δεν μπήκε σε καλούπια γραμμένη αριστουργηματικά από τον Γκρέγκορι Ντέιβιντ Ρόμπερτς. Διαβάστε το πριν γίνει…μόδα αφού σύντομα θα κυκλοφορήσει η ταινία που βασίζεται στο βιβλίο με τον Τζόνι Ντεπ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Παρότι είναι αδύνατο να το κουβαλήσει κάποιος μαζί του σε ταξίδι (πολύ βαρύ!) είναι ευκολοδιάβαστο (για βιβλίο 1000 σελίδων) και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση άσκηση αναγνωστικής αντοχής. Και ένα ακόμη ογκώδες βιβλίο (+600 σελίδες) το Tree of smoke (δεν έψαξα για ελληνική μετάφραση, το διάβασα στα αγγλικά) του Ντένις Τζόνσον. Δεν είναι ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ ΒΙΒΛΙΟ για το Βιετνάμ. Είναι ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΕΤΝΑΜ που κατορθώνει να πει όσα δεν έχουν πει όλα τα προηγούμενα (και δεν είναι λίγα) 35 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου-στίγμα στην αμερικάνικη ιστορία. Αν δεν έχει ήδη μεταφραστεί θα μεταφραστεί κάποια στιγμή σύντομα.
Εδώ κλείνουμε…Η χρονιά ήταν καλή για τη λογοτεχνική παραγωγή και για όσους μπορούν να δουν πέρα από τα δάκτυλό τους και πέρα από τους λογοτεχνικούς καβγάδες, διαφωνίες και τη μόνιμη μιζέρια του χώρου ήταν ακόμη καλύτερη. Σε πείσμα όσων θέλουν να εγκλωβίσουν την ελληνική λογοτεχνία στα όρια μιας μικρής αγοράς ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης βρέθηκε υποψήφιος για ένα μεγάλο λογοτεχνικό βραβείο στην Αγγλία, ο Αλέξης Σταμάτης και η Αμάντα Μιχαλοπούλου μεταφράσθηκαν και εκδίδονται στην Αμερική και για όσους πιστεύουν ή προσπαθούν υπάρχει μέλλον. Για να υπάρχει μέλλον πρέπει να υπάρχουν και αναγνώστες οπότε κλείνω με τη μόνιμη ευχή μότο του μπλογκ για το 2008: Με υγεία, ευτυχία και ειρήνη να διαβάσουμε ΕΝΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ βιβλίο ο καθένας μας από όσα διαβάσαμε το 2007. Καλή χρονιά σε όλους….Ειδικά σ’ αυτούς που ΔΕΝ μας αγαπάνε.

Thursday, October 11, 2007

 

The Reader Lives (η LIFO το γράφει...)

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στο σημερινό φύλλο της LiFo. Μαζί με τις δημόσιες ευχαριστίες μου το αναδημοσιεύω άνευ δικών μου σχολίων, νομίζω εξ’ άλλου ότι λίγα θα είχα να προσθέσω επί της ουσίας…Καλό φθινόπωρο και καλές αναγνώσεις σε όλους και για όλους.

The Reader lives…

Ποιος είναι ο Reader; Ποιος κρύβεται πίσω από τη μυστηριώδη περσόνα της μπλογκόσφαιρας που κατάφερε να στρέψει το ενδιαφέρον επάνω της για παραπάνω από ένα χρόνο; Γιατί έκλεισε ξάφνου το μπλογκ του τον περασμένο Ιούνιο και σταμάτησε να εκπέμπει;

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΤΗΣ LIFO


Θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στα ερωτήματα, εκτός από το τελευταίο. Διότι, όπως έχει γράψει και ο Πρεβέρ σχολιάζοντας τη διά βίου σιωπή του Ρεμπώ σε όσους ρωτούν γιατί σταμάτησε να γράφει, η απάντηση μάλλον είναι: «Μήπως ξέρουμε γιατί άρχισε;»
To http://www.diavazo.blogspot.com/ άρχισε να εκπέμπει τον Ιανουάριο του 2006, ως ένα μπλογκ που ασχολείτο με την ελληνική λογοτεχνία, και το οποίο υπέγραφε ένας μπλόγκερ ονόματι «Reader». O Reader ξεκίνησε το έργο του αθόρυβα, χωρίς να το γνωστοποιήσει σε ανθρώπους του βιβλίου. Άρχισε να ανεβάζει ποστ με κριτικές, τις απόψεις του για τη βιβλιοπαραγωγή, κ.λπ. Άθελά του, η δουλειά του άρχισε να προκαλεί θόρυβο. Δημοσιογράφοι όπως η Λώρη Κέζα στη γνωστή στήλη της «Βιβλιογραφίες» (ήδη από τους πρώτους μήνες της λειτουργίας του μπλογκ) αναφέρθηκαν στον Reader και έστρεψαν το ενδιαφέρον των ανθρώπων του βιβλίου στο έργο του. Καθώς περνούσε ο καιρός, οι άνθρωποι του βιβλίου άρχισαν να διαβάζουν συστηματικά όσα έγραφε. Η καθημερινή επίσκεψη στο μπλογκ του έγινε για όλους ομολογημένη (για κάποιους ανομολόγητη) συνήθεια. Τα ποστ του είχαν πάντα ενδιαφέρον: είτε επρόκειτο για τη γνώμη του για κάποιο βιβλίο είτε για εκ των έσω πληροφορίες των εκδοτών είτε για σχολιασμό των «ειδήσεων» που απασχολούν το μικρόκοσμο όσων βιοπορίζονται ή απλώς ενδιαφέρονται για τα εκδοτικά...
Βαθμηδόν, διάφοροι άρχισαν να αφήνουν σχόλια στα ποστ του. Σε όποιον παρακολουθούσε το εν εξελίξει έργο του γινόταν ολοένα και περισσότερο σαφές πως επώνυμοι άνθρωποι του χώρου άρχισαν να παρεμβαίνουν και να σχολιάζουν προκλητικά ή απροκάλυπτα. Χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο, εξέφραζαν απόψεις που δεν θα είχαν το θάρρος να εκφράσουν δημόσια. Μαζί μ' αυτούς και διάφοροι άλλοι «πικραμένοι», που δεν έχουν εκδώσει βιβλίο και υιοθετούν γενικευτικές και συνομωσιολογικές θεωρίες οι οποίες ερμηνεύουν την όποια «απόρριψή» τους από έναν κοινωνικό κύκλο στον οποίο τις περισσότερες φορές δεν έχουν καν επιδιώξει να μπουν, έσερναν το χορό των αρνητικών και καυστικών σχολίων. Κατά κάποιον τρόπο, το μπλογκ του Reader έγινε άθελά του η βαλβίδα εκτόνωσης των ενίοτε ασφυκτικών κοινωνικών σχέσεων που επικρατούν στο σινάφι συγγραφέων/ δημοσιογράφων/εκδοτών, όπως και σε οποιοδήποτε άλλο κοινωνικο-επαγγελματικό σινάφι.
Παράλληλα, εκείνος συνέχιζε απτόητος το κριτικό του έργο. Δημοσίευσε ενδιαφέρουσες απόψεις για βιβλία που αδικήθηκαν, αντιπαρατέθηκε ευθέως με κριτικούς, δεν δίστασε να καταθέσει αρνητική γνώμη για βιβλία καθιερωμένων συγγραφέων και να την εκφράσει ευθαρσώς, να καταθέσει την άποψή του για τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς και να διοργανώνει διαρκώς ψηφοφορίες για τα καλύτερα κάθε μήνα, οι οποίες είχαν ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς ποιοι ήταν (μάλλον!) αυτοί που ψήφιζαν. Μέσα από τα γραπτά του, αναδυόταν βαθμηδόν η προσωπικότητά του: Ένας άνθρωπος με μεγάλη αγάπη για τη λογοτεχνία και τα βιβλία, με κριτικό πνεύμα, οξεία και διεισδυτική ματιά και άποψη θεμελιωμένη, που ήξερε να την εκφράζει καλοπροαίρετα και πειστικά.
Όσο αυτή η προσωπικότητα έβγαινε προς τα έξω, τόσο οι φήμες και οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν: ποιος ήταν επιτέλους ο Reader; Η ανακατωσούρα που προκαλούσε στην εκδοτική, τη συγγραφική και τη δημοσιογραφική κοινότητα ήταν μεγάλη. Μήπως επρόκειτο για έναν άνθρωπο υψηλά ιστάμενο, εκδότη ή κριτικό, που αποφάσισε να υιοθετήσει ψευδώνυμο για να μιλήσει επιτέλους ευθέως; Μήπως επρόκειτο για κάποιον «αδικημένο» συγγραφέα, που είχε σχεδιάσει και υλοποιούσε τρόπον τινά την εκδίκησή του; Μήπως ήταν αντιθέτως κάποιος συγγραφέας πετυχημένος και γνωστός, που είχε ανεχτεί πολλά για να ανέβει στο λογοτεχνικό στερέωμα, και επιτέλους αποφάσισε να πει τα πράγματα με το όνομά τους, πάλι με εκδικητική διάθεση και κίνητρο;
Διάφοροι επιτήδειοι προσπάθησαν να «ψαρώσουν» τον Reader για να αποκαλυφθεί. Σύμφωνα με ποστ του, κάποτε ένας εκδότης του ζήτησε συνεργασία, να εκδώσει τα κείμενά του. Ο Reader δεν πτοήθηκε, έφερε το θέμα στην επιφάνεια. Στο τέλος, λίγο πριν σταματήσει να εκπέμπει, είχε αρχίσει μια σειρά συνεντεύξεων με συγγραφείς και δημοσιογράφους. Ξάφνου, το μπλογκ έκλεισε απότομα. Σύμφωνα με το προτελευταίο ποστ, κάποιος (δεν μάθαμε ποτέ ποιος) του έστειλε μέιλ κατηγορώντας τον ότι μείωνε τη δουλειά του, και αφήνοντας αιχμές ότι γνώριζε την πραγματική του ταυτότητα. Σύμφωνα με τα (δημοσιευμένα) λεγόμενά του, ο Reader του αποκάλυψε ευθέως ποιος είναι, του έδωσε και το τηλέφωνό του και αμέσως σταμάτησε το μπλόγκινγκ. Με την (αναμφίβολα πειστική) δικαιολογία πως δεν ήθελε να αυτολογοκρίνεται γι' αυτά που θα έγραφε εφεξής.
Μήπως φοβήθηκε πως θα τον αποκαλύψουν; Όποιος κι αν έμαθε το «μυστικό» της ταυτότητάς του, πάντως, σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, το κράτησε για τον εαυτό του. Ή, τουλάχιστον, αν μαθεύτηκε από κάποιους η ταυτότητά του, επικρατεί πλέον κώδικας σιωπής ανάμεσά τους. Ο Reader σταμάτησε να δημοσιεύει κείμενα, αν και το σύνολο της δουλειάς του (συν τα σχόλια των διαφόρων επισκεπτών) παραμένει αναρτημένο στο http://www.diavazo.blogspot.com/. Το ένα μετά το άλλο, τα ποστ του Reader ίσως πράγματι στοιχειοθετούν το εναλλακτικό όνομα που ο ίδιος έδωσε στο μπλογκ του: Η εκδίκηση του αναγνώστη.
Η εκδοτική χρονιά ξεκινάει, καινούρια βιβλία βγαίνουν, οι συζητήσεις γι' αυτά δίνουν και παίρνουν, όπως και τα θερμά συγχαρητήρια ανάμεσα στους δημιουργούς για το μοίρασμα της πίτας της αγοράς, των βιβλιοκριτικών και παρουσιάσεων σε εφημερίδες κ.λπ. Μέσα σ' αυτό το θολό και στάσιμο τοπίο, Reader, όποιος και να 'σαι, να ξέρεις πως μας λείπεις...
Ποιός είναι ο Reader;
Ποιος είναι ο Reader; Τα μόνα που είναι γνωστά (από το μπλογκ) γι' αυτόν είναι πως είναι άνδρας, 47 χρονών, μανιώδης αναγνώστης ελληνικής λογοτεχνίας. Από κει και πέρα το χάος... Κάποιοι λένε πως είναι πετυχημένος συγγραφέας που εκδίδεται σε μεγάλο εκδοτικό οίκο, άλλοι τον σκιαγραφούν ως αποτυχημένο συγγραφέα τού ενός βιβλίου, για άλλους είναι μια τόσο γνωστή και ισχυρή περσόνα του εκδοτικού χώρου, που η αποκάλυψή του θα προκαλέσει σοκ... Η πιο νηφάλια άποψη, δε, που προέρχεται και από τα ποστ του, είναι πως πρόκειται για άνθρωπο με επάγγελμα άσχετο των εκδόσεων, που ασχολείται ερασιτεχνικά με τα βιβλία και το διάβασμα. Στην αρχή πας να το πιστέψεις. Στη συνέχεια, όσο το γυροφέρνεις στο νου σου, αναρωτιέσαι δικαίως: «Μα είναι δυνατόν;».
Σύμφωνα με τις τελευταίες μετρήσεις του mpouligator.com, που έχει τις σχετικές λίστες, το www.diavazo.blogspot.com παραμένει μέσα στα 50 πρώτα σε επισκεψιμότητα blog ανάμεσα στα χιλιάδες -πλέον- που υπάρχουν στην Ελλάδα, αν και κλειστό εδώ και τρεις μήνες.

Thursday, June 21, 2007

 

10 Q and A. με την....Αργυρώ Μαντόγλου

Και τυπικά και ουσιαστικά αυτό είναι το τελευταίο ποστ αφού κλείνει τη μοναδική (τελικά) εκκρεμότητα που είχα. Την ανάρτηση της διαδικτυακής συζήτησης με τη μεταφράστρια, συγγραφέα και κριτικό (η σειρά της παράθεσης είναι περίπου η σειρά με την οποία την ανακάλυψα) Αργυρώ Μαντόγλου. Είχα διαβάσει στο παρελθόν αρκετά βιβλία που είχε μεταφράσει και θα συμφωνήσω με ένα πρόσφατο ποστ του Librofilo ότι στις δύο δουλειές του Κάρει έχει κάνει εξαιρετική απόδοση. Συμπτωματικά και μέσω μιας καλής φίλης πριν μερικούς ανακάλυψα το Bodyland το τελευταίο της βιβλίο και ανέτρεξα προς τα πίσω σε όλη της την προηγούμενη συγγραφική δουλειά (πλην κάποιων ποιητικών συλλογών της που δεν μπόρεσα να ανακαλύψω στην αγορά). Και το Βιρτζίνια Γουλφ καφέ και τα Βλέφαρα με τατουάζ που διάβασα μου άρεσαν και δείχνουν ότι η συγγραφέας έχει πολύ δρόμο ακόμη στη λογοτεχνία. Απάντησε στις 10 ερωτήσεις με πολύ ήρεμο και νηφάλιο ύφος, ενδεικτικό νομίζω και της γραφής της που κρύβει πολλές ’’υποδόριες’’ και όχι ηχηρές εκπλήξεις. Λυπάμαι που τα σχόλια του μπλογκ έχουν ’’κλείσει’’ (μαζί με το μπλογκ) αφού στερώ τη δυνατότητα και από την ίδια να δει τις αντιδράσεις και την απήχηση των όσων λέει και από εσάς τον σχολιασμό αλλά επειδή δεν θα βρίσκομαι ’’εδώ γύρω’’ για να παρέμβω αν υπάρξει κάποιο κακόβουλο σχόλιο προτιμώ αυτή τη μέθοδο. Αν πάντως υπάρχουν κάποιες ερωτήσεις για την κ. Μαντόγλου ας μου αποσταλούν με μέιλ και θα φροντίσω να προωθηθούν στην ηλεκτρονική της διεύθυνση και να απαντήσει εκείνη απευθείας ώστε να μην κόψω εντελώς τη διαδικασία της επικοινωνίας. Κανονικά, υπήρχαν έτοιμες άλλες δύο συζητήσεις με ένα λογοτέχνη και ένα εκδότη αφού είχα στα χέρια μου τις απαντήσεις τους αλλά μου ζήτησαν να μην αναρτήσω τα σχετικά ποστ και είμαι υποχρεωμένος να το σεβαστώ. Δεν μου εξήγησαν τους λόγους (θέλω να πιστεύω ότι έχουν να κάνουν με την απενεργοποίηση του μπλογκ και όχι με κάτι άλλο) αλλά σε κάθε περίπτωση (επειδή δεν πρόλαβα να τους απαντήσω μια και υπάρχουν γύρω στα πενήντα ακόμη αναπάντητα μέιλ και ελάχιστος χρόνος από μέρους μου τους το γράφω σε δημόσια θέαση) όπως τόσους μήνες τώρα σεβάστηκα το απόρρητο της αλληλογραφίας μου ΄΄διέγραψα΄΄ και τις απαντήσεις τους που πάντως είχαν τεράστιο ενδιαφέρον και θα δημιουργούσαν αρκετές ’’αναταράξεις’’ στον κόσμο της λογοτεχνίας (ειδικά με τα όσα έλεγε και υποστήριζε ο εκδότης για την κατάσταση της λογοτεχνικής ’’βιομηχανίας΄΄). Προσωπικά βέβαια και παρά την απενεργοποίηση του μπλογκ δεν είχα κανένα πρόβλημα να τις αναρτήσω αλλά το όλο θέμα δεν με αφορά. Τυπικά και ουσιαστικά λοιπόν η αυλαία του μπλόγκ κατεβαίνει με τις 10 ερωτήσεις και τις ανάλογοες απαντήσεις από την κυρία Μαντόγλου.
1. Κριτικογράφος, συγγραφέας και μεταφράστρια. Τρεις διαφορετικές ιδιότητες που ενίοτε μπορεί να ’’εμπλακούν’’ μεταξύ τους. Έχουν γίνει μέσα σας οι διαχωρισμοί των ιδιοτήτων και πόσο εύκολη είναι η προσαρμογή κατά περίπτωση;

Κατ’ αρχήν όλα τα είδη έχουν την ιδιαιτερότητα τους αλλά θα έλεγα πως και οι τρεις δραστηριότητες είναι παραπληρωματικές της συγγραφικής ιδιότητας. Η μετάφραση, δηλαδή η απόδοση του έργου ενός άλλου συγγραφέα στη γλώσσα σου, είναι ιδανική άσκηση για όποιον καταπιάνεται με τη γραφή, καθώς η αναζήτηση της κατάλληλης λέξη ή φράσης προκειμένου να αποδοθεί πιστότερα η σκέψη ενός άλλου γραφιά αλλά και η «συμβίωση» με το πνευματικό προϊόν κάποιου άλλου μπορεί να αποβεί μια πολύτιμη εμπειρία. Η μετάφραση είναι η στενότερη δυνατή επαφή που μπορεί να έχει κανείς με το έργο κάποιου άλλου. Μέσα από αυτή μαθαίνεις πως αντιμετωπίστηκαν οι δυσκολίες που προέκυψαν, πως λύθηκαν ή ακόμα πως δεν λύθηκαν προβλήματα, μαθαίνεις να διακρίνεις τα φτηνά τεχνάσματα και τις επινοήσεις που δεν λειτούργησαν, με άλλα λόγια είναι ένας τρόπος διείσδυσης στο εργαστήρι ενός συγγραφέα που δεν είναι πάντα ορατό στην ανάγνωση.
Και μιλώντας για ανάγνωση θέλω να επισημάνω πως και οι τρεις ιδιότητες προϋποθέτουν την ικανότητα της ανάγνωσης αλλά παρά τις όποιες ομοιότητές τους απαιτείται διαφορετικής βαθμίδας ψυχική ετοιμότητα, πνευματική και συναισθηματική διαθεσιμότητα.
Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα όρια μέσα στα οποία να περιχαρακώνεται η κάθε ξεχωριστή ιδιότητα ούτε και υιοθετώ μια διαφορετική περσόνα κάθε φορά που καταγίνομαι με μια από αυτές τις ενασχολήσεις, καθώς όλα σχεδόν τα βιβλία που έχω μεταφράσει με ενδιέφεραν αφηγηματικά, όπως και τα βιβλία για τα οποία γράφω.
Αυτό που διαφέρει είναι ο βαθμός εμπλοκής. Στη μετάφραση αφήνομαι να με παρασύρει ο ρυθμός του πρωτότυπου, προσπαθώ να το υπηρετώ, απαλείφοντας τις δικές μου εμμονές και διεκδικήσεις, προσφέροντας στο κείμενο αυτά που χρειάζεται να αναδειχτεί με το μίνιμουμ της προσωπικής μου παρέμβασης. Η μετάφραση είναι και αυτή μια ανάγνωση, αλλά μια ανάγνωση που διακτινίζει το κείμενο και κατευθύνεται στην πριν από τις λέξεις διάστασή του, στη θεμελιώδη πρόθεση του συγγραφέα και για να γίνει αυτό πρέπει να λειτουργείς και λίγο διαισθητικά, να μαντεύεις τι ήθελε να πει ακόμα και και πριν το πει, και αυτό βέβαια είναι πολύ πιο πέρα από την απλή κατανόηση, είναι μια αδιαπραγμάτευτη αφομοίωση του σώματος του κειμένου προκειμένου να το μεταφέρεις στη δική σου γλώσσα. Επιπλέον επιλέγω συγγραφείς που νομίζω πως μπορώ να συγχρωτισθώ με τη φωνή τους, που η γλώσσα μου μπορεί να ντύσει το ρυθμό τους. Ξέρω πως μιλώ λιγάκι με όρους μουσικούς, αλλά όπως γνωρίζουμε η μουσικότητα είναι και αυτή μια ιδιότητα που κάνει μια γλώσσα ελκυστική, άλλη σκληρή κι άλλη αδιάφορη. Οι διακυμάνσεις της, οι μεταστροφές της, οι συνηχήσεις και οι παρηχήσεις της και πάνω από όλα οι σιωπές της. Ο μεταφραστής πρέπει να μάθει να ακούει τις σιωπές του κειμένου και να μην προσπαθεί οπωσδήποτε να τις κάνει λέξεις, να έχει την επινοητικότητα να της κάνει ό,τι το κείμενο του ζητάει.
Με άλλα λόγια είναι και η μετάφραση μια δημιουργία, αλλά θα έλεγα οροθετημένη.
Τώρα όσον αφορά την κριτική, είναι και αυτή μια ανάγνωση, όπου όμως ο αναγνώστης καλείται να διαβάσει και πίσω από τις γραμμές, τις προθέσεις, τις εμμονές του συγγραφέα, το έργο σε σχέση με τα προηγούμενα αλλά και με άλλα έργα της εποχής του και του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο παράγει.
Γράφοντας για ένα βιβλίο προσπαθώ να ελέγξω τη συγκίνηση που μπορεί να μου δημιουργεί, να περιορίσω το δικό μου φορτίο και φόρτιση προκειμένου να αναδείξω αυτό το ίδιο.
Συνήθως γράφω για βιβλία συγγραφέων που εκτιμώ και πιστεύω πως οι συγγραφείς είναι οι καταλληλότεροι για να μιλήσουν για βιβλία ομότεχνών τους.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία όπως και μέσα από τη μετάφραση μπορείς να διακρίνεις τη δυσκολία, την εξέλιξη των χαρακτήρων, το κτίσιμο μιας κατάστασης και την κορύφωσή της, την απόκλιση και τον τρόπο χειρισμού του υλικού τους. Το οποίο βέβαια διαφέρει από συγγραφέα σε συγγραφέα ακόμα και από βιβλίο σε βιβλίο του ίδιου συγγραφέα.
Τώρα όσον αφορά τη δική μου γραφή είναι και αυτή μια κάποιου είδους μετάφραση και ανάγνωση, μετάφραση και ανάγνωση του
κόσμου, των σημείων, των σιωπών , των παύσεων και των εξάρσεων, μια μεταφορά εντυπώσεων, εμπειριών, μια απόπειρα διαχείρισης των μυστηρίων μόνο που μπαίνεις σε αυτή τη διαδικασία όχι τόσο για να τα επιλύσεις αλλά για να τους συστηθείς, να τους πεις σας είδα, σας αναγνώρισα σας πρόσεξα...ο συγγραφέας γνωρίζεται και σχετίζεται με τον κόσμο, φέρνοντας τον στην επιφάνεια.
Θα έλεγα πως στη δική μου γραφή δοκιμάζω βιώνω το μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας αλλά και έντασης ταυτόχρονα. Είμαι ελεύθερη να κατασκευάσω έναν κόσμο αλλά ταυτόχρονα είμαι και υπεύθυνη για τη λειτουργία του.
Πρόκειται για μια ανάγνωση του κόσμου, διαφορετική, ανατρεπτική απροσδόκητη που μπορεί να τον αλλάξεις και ό,τι βλέπεις σε βλέπει κι αυτό, ό,τι γράφεις σε γράφει κι αυτό, ό,τι κατασκευάζεις σε κατασκευάζει, με άλλα λόγια πρέπει να αφεθείς και ταυτόχρονα να ελέγχεις. Διττή κατάσταση. Γι’ αυτό απαιτητική. Εγώ τουλάχιστον δεν αντέχω να το κάνω για μεγάλα διαστήματα εξαντλούμαι. Γράφω αυτό που έχω να γράψω και μετά το αφήνω και καταπιάνομαι με κάτι άλλο. Για μεγάλα διαστήματα δεν μπορώ να το αγγίξω, καίει. Το πιάνω αργότερα, όταν είναι απόμακρο και μπορώ να το χειραγωγήσω, να κόψω και να ράψω να αλλάξω, έχει παγώσει και δεν με απειλεί, τότε λειτουργώ ψυχρά, χειρουργικά. Τότε δίνω μορφή, και επεξεργάζομαι το αρχικό ύφος. Το ύφος παράγεται στην κάψα της γραφής, μετά ακολουθεί η επεξεργασία.
Γράφω εν θερμώ. Δεν μεταφράζω ούτε γράφω κριτικές εν θερμώ. Ελπίζω αυτό να μην αλλάξει. Θέλω να γράφω εν θερμώ και να σβήνω, ό,τι περισσεύει, με ψυχρή αποστασιοποίηση. Με παγωμένο χέρι. Παγερή αντικειμενικότητα.

Επίσης, θέλω να προσθέσω πως η γραφή είναι και ευθύνη. Διαχείριση του υλικού που έχεις συσσωρεύσει, αλλά και ετοιμότητα σε σχέση με το αναπάντεχο, αυτό που αναδύεται γράφοντας και που δεν είμαστε πάντα σε θέση να κατανοήσουμε. Απαιτεί ετοιμότητα, ευελιξία, συνεχή παρατήρηση και διαθεσιμότητα αλλά πάνω από όλα την πίστη πως αυτό που κάνεις θα ολοκληρωθεί. Σίγουρα είναι η απαιτητικότερη ενασχόληση και όταν κάνω αυτό, όταν γράφω δηλαδή, δεν είμαι σε θέση να ασχοληθώ με τα υπόλοιπα. Ούτε καν με τα καθημερινά. Είναι ο αποκλειστικός χρόνος της γραφής.

2. Στα δύο τελευταία σας βιβλία (Βλέφαρα με τατουάζ, Bodyland) έρχονται στο προσκήνιο πολλές φορές και στιγμές μοναχικές γυναίκες εγκλωβισμένες σε συναισθηματικά αδιέξοδα και στο απρόσωπο των πόλεων. Αυτή είναι η αληθινή εικόνα της σύγχρονης ελληνίδας πίσω από την ενδεχόμενα αστραφτερή βιτρίνα που προβάλλει καθημερινά το life style;


Τα περί εγκλωβισμού και ασφυξίας το έγραψαν κάποιοι που σχολίασαν το βιβλίο. Εγώ δεν θεωρούσα τις ηρωίδες μου εγκλωβισμένες, τουλάχιστον όταν έγραφα για αυτές, αντιθέτως τις ένιωθα αποφασισμένες να δράσουν. Αλλά μπορεί για να συμβεί αυτό, ο εγκλωβισμός να είναι απαραίτητος, γιατί αναγκάζεσαι να αντιδράσεις.
Επίσης, όλοι είμαστε κατά κάποιο τρόπο εγκλωβισμένοι: σε ένα σώμα, σε μια ταυτότητα, σε ένα φύλο, σε μια κατάσταση ύπαρξης. Οι ηρωίδες μου αναζητούσαν μια κάποιου είδους μετατόπιση και για να γίνει αυτό, έπρεπε να συνειδητοποιήσουν τον περιορισμό και να υπερβούν όρια – κι αυτό κάνουν.

Ιδιαίτερα στο Bodyland που έχει και ως υπότιτλο «Ιστορίες δρόμου και τρόμου» οι ηρωίδες που τις συναντάμε σε σύγχρονους τόπους καταστολής , τις «επαρχίες» και τις περιφέρειες μιας χαώδους πραγματικότητας όπου το Lifestyle θέτει όρια, κανόνες και απαγορεύσεις –τηλεοπτικούς τόπους, ριάλιτι, καζίνο, γυμναστήρια, μπαρ, πλατείες- νιώθουν πως βρίσκονται υπό περιορισμό γιατί διαθέτουν ακόμα «ψήγματα υγείας». Στη χώρα αυτή για να την κατοικήσεις για να είσαι πολίτης της χρειάζεσαι διαβατήρια και εχέγγυα για να εισέλθεις και άπαξ και το κάνεις υπόκεισαι σε νόμους. Οι νόμοι αυτοί ασκούνται πάνω στο σώμα και κυρίως στο γυναικείο σώμα που είναι φορέας και δέκτης ιδεολογιών.
Το Bodyland είναι ένας ου τόπος που καλούμαστε να κατοικήσουμε σήμερα που οτιδήποτε πνευματικό είναι υπό διωγμό. Η Χώρασωμάτων είναι μια αόρατη αλλά πανταχού παρούσα χώρα, πιο πραγματική από την πραγματικότητα, προβάλλει παντού τη γεωγραφία της και είναι από όλες αναγνωρίσιμη.
Οι κάτοικοι του Bodyland νιώθουν ασφυκτικά γιατί αντιστέκονται στη γενικευμένη νόσο του Lifestyle. Στις έκρυθμες στιγμές τους το συνειδητοποιούν και βγαίνουν στο δρόμο να βρουν λύσεις, κι αν όχι λύσεις, μέσα από τη συνάντησή τους με έναν άγνωστο να συναντήσουν τον μεγάλο άγνωστο: τον εαυτό τους. Και αυτές είναι οι στιγμές τρόμου: όταν αντιλαμβάνονται το τι είναι πράγματι ικανοί να κάνουν. Συχνά βέβαια ο τρόμος προκαλείται και από μια απροσδόκητη και μάλλον ανεπιθύμητη εγγύτητα.
Θα έλεγα πως το βιβλίο παρουσιάζει ομοιότητες με ένα παλιότερο βιβλίο μου τη «Νύφη από Πολυεστέρα» μόνο που εκεί είναι εγκλωβισμένοι στα νύχια της Βελτίωσής τους. Οι ήρωες, άντρες και γυναίκες, των οποίων τα πρόσωπα είναι παρμένα από νεκρούς είναι θύματα της αισθητικής της μετα- τεχνολογικής, μετα- δικτυακής εποχής όπου το κυρίαρχο σύμπτωμα είναι η εμμονή με την τελειότητα, τη νεότητα και που έχει εξελιχτεί σε μια ομαδική υστερία «τελειότητας». Στο τοπίο αυτό πλανιέται στο χρόνο η φωνή μια νεκρής, συναντά το βελτιωμένο αντίγραφο της, την τέλεια εκδοχή του εαυτού της και ανατρέπει την εικονική της ευδαιμονία.
Βέβαια δίνω λύση: σε αυτό το ασφυκτικό τοπίο οι ανατρεπτικές δυνάμεις του έρωτα και της τέχνης κατορθώνουν να αγγίξουν κάποιους από τους βελτιωμένους οι οποίοι αρχίζουν ξανά να επιθυμούν, δηλαδή γίνονται ξανά ανθρώπινοι.
Και στο Bodyland το ίδιο συμβαίνει η επιθυμία βγάζει τις ηρωίδες από τον περιχαρακωμένο περίγυρο και τις ωθεί στην περιπλάνηση, στην εξάντληση της εμπειρίας.
Ηθικόν δίδαγμα: τροφοδοτείστε την επιθυμία!


3. Τα τοπία σας, οι πόλεις, οι χαρακτήρες σας ασφυκτιούν. Να υποθέσω αυθαίρετα ότι αυτό κρύβει μια προσωπική εμμονή φυγής από τη στερεοτυπική αστική πραγματικότητα; Η είναι απλά ότι βλέπετε γύρω σας, στην καθημερινότητά σας και μεταφέρεται στις σελίδες σας;

Βλέπουμε αυτό που είμαστε, το βλέμμα μας είναι κι ένας τρόπος, ένας τρόπος αποκωδικοποίησης του κόσμου. Αυτό που βλέπω ως ένα σημείο είναι αυτό που είμαι αλλά ταυτόχρονα αυτό που είμαι επηρεάζεται και από αυτό που κάνω: τη μετάφραση του κόσμου.
Αυτό που εσύ αποκαλείς «ασφυκτικό», εγώ το αποκαλώ «φυλακή των βεβαιοτήτων», όπου στην Ελλάδα ως συντηρητική χώρα, η βεβαιότητα θεωρείται καλό πράγμα, κάτι για το οποίο πρέπει να προσπαθήσεις. Εγώ δεν μάχομαι ούτε προσπαθώ για τη βεβαιότητα αλλά για τη διαχείριση των πολλαπλών αβεβαιοτήτων. Είμαι ανήσυχη, όπως και οι ηρωίδες μου.
Όσον αφορά την «εμμονή φυγής», θα έλεγα είναι η εμμονή μιας συνέχειας, μιας εξερεύνησης, να δουν και να βρουν το παρακάτω, το αλλότριο, να συνδιαλλαγούν με το «άλλο», να ανακαλύψουν έναν τρόπο συνύπαρξης της ευαισθησίας τους με τη σκληρότητα της ζωής τους, χωρίς να την εξορίσουν. Και κυρίως να κάνουν κάτι με τα βιώματά τους. Να τα δουν και ως ένα σύμπτωμα ανάλογο της εποχής τους, μια «αρρώστια» από την οποία πάσχουν κι άλλοι: ένας τρόπος να καταλάβεις τους άλλους είναι να παίρνεις τα ίδια φάρμακα, μετά περνάς και στους λόγους της συνταγογράφησής τους από τους ειδικούς. Είναι κι αυτός ένας τρόπος απόκτησης πολιτικής συνείδησης, ίσως λίγο αντίστροφος, κάπως ασύμβατος, αλλά παραμένει ένας τρόπος.

4. Βλέφαρα με τατουάζ. Οι ερωτευμένες γυναίκες τυφλώνονται από την προσωπικότητα του Ομέγα ή από έρωτα; Και γιατί Ομέγα, το τέλος όλων, το τέλος της αλφαβήτου;

Το βιβλίο γράφτηκε στο τέλος του αιώνα, όπου κυριαρχούσε η εσχατολογική διάθεση και όλη εκείνη η εμμονή με τη συντέλεια του κόσμου, το τέλος, το τέλος της ιστορίας, των αφηγήσεων, των βεβαιοτήτων, του πολιτισμού, και ό,τι άλλο. Ο αφηγητής μου είναι ο αφηγητής του τέλους και μοιραία ο αντρικός χαρακτήρας βαφτίστηκε συμβολικά με το τελευταίο γράμμα του αλφαβήτου. Νομίζω πως ήθελα να παρωδήσω την έννοια του απόλυτου, της απόλυτης γνώσης, της μιας και μοναδικής αλήθειας, ο Ομέγας, ο άντρας φορέας μιας ψευδο- εξουσίας και συνείδησης. Και φυσικά όσες τον συναντούν και τον ερωτεύονται τυφλώνονται. Γιατί μόνο ως τυφλή μπορεί να συνυπάρξεις με ένα τέτοιο ψεύδος, μια τόσο ετοιμόρροπη κατασκευή. Βέβαια, οι ηρωίδες μου δεν είναι πραγματικά τυφλές, κάνουν τις τυφλές, και κάποια στιγμή αναγκάζονται να ανοίξουν τα μάτια και να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των ψευδαισθήσεών τους.
Η τύφλωση που επέρχεται από τον έρωτα είναι βέβαια και ένα μυητικό στάδιο για την επαφή με το μέσα, τον κρυμμένο εαυτό: σφαλίζεις τα μάτια και αφήνεσαι στην φαντασίωσή σου, τα ανοίγεις και περπατάς πια αλλιώς μετά την προπόνηση σου στον κόσμο των τυφλών έχεις πια αποκτήσει άλλες δεξιότητες.
Αυτά είναι και τα τατουάζ στα βλέφαρά τους: η μύηση στην εκούσια τυφλότητα, στο σβήσιμο του εγώ μέσα από τον έρωτα.


5. Ποιο νούμερο θα μπορούσε να καλέσει μια γυναίκα σήμερα και να μιλήσει σε ένα άγνωστο; Ποιο θα μπορούσε να είναι το αντίστοιχο του 69 Bodyland στη σύγχρονη Αθήνα; Μήπως το αντίστοιχο 69 bodyland βρίσκεται πλέον στα βάθη των υπολογιστών και του Internet;

Το νούμερο που θα μπορούσε να καλέσει είναι το δικό της και να μιλήσει στον εαυτό της. Και κατά κάποιο αυτό κάνει και όταν επικοινωνεί με αγνώστους στο ιντερνέτ: Μια προβολή των φαντασιώσεων της.
Ναι το ιντερνέτ λειτουργεί και ως μια «Πύλη για το Άγνωστο», αλλά αυτό το «Άγνωστο» είναι συνήθως ανάλογο και του Γνώριμου του καθενός και της καθεμιάς. Μια καθ’ ομοίωση προβολή. Ο καθένας διαβάζει αυτό που είναι και το αξιοποιεί ανάλογα με αυτό που είναι, ο κυβερνοχώρος είναι ένας ιδανικός τόπος προβολών, και τροφοδότησης του φαντασιακού. Νομίζω πως ναι λειτουργεί διεγερτικά γιατί υπάρχει ένας βαθμός ασφάλειας πίσω από την ανωνυμία και μπορείς να υποδυθείς όποιο ρόλο ή περσόνα γουστάρεις και παρά τα τρωτά της ψηφιακής επικοινωνίας με πολλούς και πολλαπλούς τρόπους σε βοηθάει να ακούσεις τον εαυτό σου μιλώντας σε αγνώστους. Σε ένα μετέπειτα στάδιο φυσικά σε εκδικούνται αυτά που η ψηφιακή επικοινωνία αποκλείει: οι αισθήσεις. Οι διαδικτυακές γνωριμίες είναι ένα παιχνίδι ανταλλαγής παραισθήσεων, οι προβολές είναι αναπόφευκτες και μοιραία θα υποστείς τις συνέπειες: την αποκαθήλωση των επινοήσεών σου.
Ποτέ κανένα πλάσμα της φαντασίας σου δεν βγήκε να σε συναντήσει, ποτέ κάποιος δεν προηγήθηκε της δικής σου έξαρσης, εκτός βέβαια από το Πλάσμα του Πλαστογράφου του Κάρει. Είναι φυσικό λοιπόν τα πλάσματα που συναντάς μέσα από ένα τέτοιο μέσον πάντα να υπολείπονται γιατί δεν είναι τα δικά σου, όσο αλληλογραφούσες ταυτίστηκες, έκανες τις προβολές σου και περίμενες αλλά αυτό που περίμενες δεν υπάρχει για αυτό και η απογοήτευση. Είναι όμως κι αυτή μια άκρως ενδιαφέρουσα εμπειρία και είναι και το θέμα ενός μελλοντικού μου βιβλίου, όπου το internet θα λειτουργεί και ως devilnet –κυριολεκτικά και μεταφορικά: Οι δαίμονες χωρίς πρόσωπο δεν είναι και τόσο τρομακτικοί και ασκούν έλξη σε ανύποπτα πλάσματα αλλά βέβαια αποδεικνύεται τρομακτική η συνάντηση εκτός της οθόνης, όλα διαλύονται, ίσως για το καλύτερο. Η βία είναι η μαμή της γνωριμίας με το πραγματικό. Αυτό είναι το θέμα μου.

6. Ποιος από τους συγγραφείς που μεταφράσατε είναι εκείνος που άσκησε τη μεγαλύτερη επίδραση στη συγγραφική σας διαδρομή και για ποιους λόγους;

Νομίζω το Ορλάντο της Βιρτζίνια Γουλφ γιατί το κείμενο ήταν απαιτητικό και με έβαλε σε διαδικασία ανακάλυψης πηγών και τρόπων απόδοσης που δεν ήταν εύκαιρες και διαθέσιμες σε μένα, μεταφοράς δύσκολων και ανείπωτων εννοιών και καταστάσεων. Το βιβλίο μου ζητούσε περισσότερα από όσα μπορούσα να προσφέρω και επιπλέον τα διεκδικούσε. Χρειάστηκε να υπερβώ κάποια όρια και να δοκιμαστώ ποικιλοτρόπως καθώς άρχισα να βιώνω τη δυσκολία ως χρέος. Γι’ αυτό και νομίζω πως με επηρέασε, όπως και η Ματωμένη Κάμαρα της Άντζελα Κάρτερ.
Αυτά τα δυο βιβλία με επηρέασαν και με άλλαξαν γιατί με δυσκόλεψαν και η συγκατοίκηση μαζί τους ήταν μια κατάσταση πολιορκίας και δοκιμασίας.


7. Μεταφράσατε δύο βιβλία του Πίτερ Κάρεϊ. Ειδικά ο Πλαστογράφος έμοιαζε δαιδαλώδης στα νοήματα του και πολύπλοκος όσον αφορά τη γραφή. Βάλατε κάποια προσωπικά στοιχεία στη μετάφραση ή μείνατε εντελώς πιστή στη γραμμή του αρχικού κειμένου;

Όχι ο Κάρεϊ δεν απαίτησε από μένα αυτά που διεκδίκησαν οι δυο κυρίες που προανέφερα και ούτε νομίζω πως έβαλα προσωπικά στοιχεία στη μετάφραση. Η γραφή του Κάρεϊ είναι μια σύγχρονη γραφή που έχει μεν το ύφος της αλλά δεν αγγίζει το άρρητο όπως η μεγάλη λογοτεχνία.

8. Σε εορταστικό ένθετο του ΕΘΝΟΥΣ τον Ιανουάριο δημοσιεύθηκε μια σύντομη ιστορία σας. Η βάση της ήταν ένα ’’τυφλό ραντεβού΄΄ μέσω διαδικτύου και η τρομοκρατία. Θέματα σύγχρονα που όμως δυσκολεύονται να προσεγγίσουν οι έλληνες δημιουργοί. Γιατί η διηγηματογραφία μας σπάνια συμβαδίζει με τα μηνύματα και τις εξελίξεις των καιρών;

Αυτό είναι ένα γενικότερο θέμα που δεν είμαι σε θέση να απαντήσω, γιατί πρόκειται για ένα νεοελληνικό φαινόμενο. Θα πρέπει να εξετάσουμε το γιατί η Ελλάδα είναι συντηρητική, γιατί οι εξελίξεις αργούν να μας επηρεάσουν και γιατί σε θέματα τέχνης είμαστε κακοί αντιγραφείς, λάτρεις των κλισέ με κυρίαρχη νοοτροπία αυτή του ελάχιστου κόπου και του μεγίστου κέρδους. Η τρομοκρατία και το ιντερνέτ δεν είναι θέματα προκλητικά είναι καθημερινά. Ίσως υπάρχει και ο φόβος ενασχόλησης με το καθημερινό, το τετριμμένο, το απτό και η μετατροπή του σε κάτι άλλο, κάτι το οικουμενικό, ίσως να ψάχνουν για κάτι που να μοιάζει με πιο υψιπετές. Εικασίες μόνο μπορώ να κάνω. Γιατί δεν ρωτάς και κάποιον άλλο;

9. Το γεγονός της εμπλοκής σας με ποικίλες μορφές στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, της συνεργασίας σας με πολλούς εκδοτικούς οίκους σας δίνει ένα πλεονέκτημα έναντι κάποιων συναδέλφων σας με τους οποίους ενδεχόμενα ξεκινήσατε από την ίδια περίπου αφετηρία την πορεία σας;
Δεν καταλαβαίνω σε τι είδους πλεονεκτήματα αναφέρεσαι. Εργάζομαι σκληρά και συνειδητά κι αυτό δεν έχει σχέση ούτε με εκδότες ούτε με ομάδες. Εργάζομαι για να επιβιώσω και μιλάω τόσο για τη βιολογική όσο και για τη συναισθηματική και πνευματική επιβίωσή μου.

10. Συμφωνείτε με την άποψη που ακούγεται ή γράφεται συχνά τον τελευταίο καιρό ότι παρά το εύρος της παραγωγής της τα τελευταία χρόνια η ελληνική λογοτεχνία είναι στην πραγματικότητα φτωχή σε ταλέντο και στείρα σε έμπνευση;

Όχι δεν συμφωνώ. Απλώς είναι λίγα τα καλά βιβλία της παραγωγής, αλλά αυτό συνέβαινε πάντοτε. Οι έλληνες συγγραφείς πρέπει να απεγκλωβιστούν από την πίεση των εκδοτών για υψηλές πωλήσεις και να τολμήσουν να εκτεθούν περισσότερο. Να ρισκάρουν και να δοκιμαστούν και φυσικά να δουλέψουν σκληρότερα, να απομακρύνουν το άγχος της «τακτής παρουσίας» και του νόμου της αγοράς. Ένα καλό βιβλίο μπορεί να πάρει και χρόνια να γραφεί, δεν είναι είδος άμεσης κατανάλωσης και απόσβεσης. Χρειάζεται η ψυχική και υλική συνδρομή ενός επιδέξιου και έμπειρου «πληρώματος»- πίστη, αντοχή, ευαισθησία, σθένος, ρίσκο, αυτοθυσία- και φυσικά εμπιστοσύνη ...στο πλήρωμα του χρόνου. Αυτά.

Tuesday, June 19, 2007

 

Εξηγήσεις για να μην υπάρχουν....παρεξηγήσεις

Από την Πέμπτη το απόγευμα απείχα συνειδητά από τα μπλογκ. Δεν είχα αντιληφθεί καν τι γινόταν εν αγνοία μου. Το κατάλαβα χθες επιστρέφοντας σπίτι μου από μια συναυλία. Βρήκα πάνω από πενήντα μέιλ, ξενύχτησα διαβάζοντας τα και μετά έκανα και μια βόλτα επειδή με ενημέρωναν ότι είχαν γραφτεί σε πολλά μπλογκ πράγματα που με αφορούσαν. Θα απαντήσω στο καθένα ξεχωριστά και στο χώρο του, όχι εδώ…
Κάποιος μου έγραψε ότι ’’δεν θα την αντέξεις την επίθεση αγάπης’’. Ομολογώ ότι στο προηγούμενο ποστ έγραφα για την ηθική ανταμοιβή. Αυτό που έγινε τις τελευταίες δύο μέρες έδωσε αξία, ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΞΙΑ, στους προηγούμενους 17 μήνες. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!
Αισθάνομαι την ανάγκη να εξηγήσω (είδα ότι έγιναν εικασίες και δεν θέλω το όλο θέμα να μετατραπεί σε μπλογκο-σαπουνόπερα εξαιτίας μου) ΑΚΡΙΒΩΣ τι οδήγησε τα πράγματα εδώ…Θα τα γράψω απλά και σύντομα για να μην υπάρχουν ελπίζω παρερμηνείες…
Το πρωί της περασμένη Πέμπτης από ουσιαστικά άγνωστο αποστολέα πήρα ένα μέιλ τεσσάρων αράδων. Άλλος στη θέση μου μπορεί να εξαγριωνόταν, το διάβασα τρεις φορές και το σκέφτηκα για αρκετές ώρες. Διατύπωνε (άκομψα κατ΄εμέ) κάποιες ’’απόψεις’’ και με κατηγορούσε ευθέως για κάποια πράγματα με αιχμές για την πραγματική μου ταυτότητά. Του απάντησα με μέιλ υπογράφοντας με το κανονικό μου όνομα (και τα τηλέφωνά μου) και του ζήτησα να μου πει ακριβώς που αισθάνεται αδικημένος και από τι. Δεν πήρα ποτέ απάντηση. Είχα βάλει ένα χρονικό όριο στον εαυτό μου, του έστειλα και δεύτερο (ενυπόγραφο) μέιλ το οποίο επίσης μέχρι σήμερα έχει μείνει αναπάντητο. Δεν ξέρω αν είναι άντρας ή γυναίκα, ούτε καν τη σχέση του με τη λογοτεχνία αλλά είναι το τελευταίο που μ΄ ενδιαφέρει κιόλας να το μάθω.
Εκείνος (ή εκείνη) πιστεύει ότι παίζω με τη δουλειά του για το κέφι μου και ας το διατύπωσε χοντροκομμένα (δεν παίζει για μένα ρόλο ο τρόπος του αλλά η ουσία). Εγώ, πάλι, ανακάλυψα ότι χάλασε το κέφι μου. Το ίδιο απόγευμα ήθελα να ανεβάσω ένα ποστ για ένα βιβλίο που ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ. Σκέφτηκα (και όποιος θέλει ας με κατηγορήσει για αφελή ή για εύθικτο) ότι το ίδιο βράδυ κάποιος συγγραφέας (δεν έχει σημασία εννοείται το ποιος) θα διάβαζε αυτά που θα έγραφα και ίσως να είχε την άποψη ότι κάποιος άσχετος, χαβαλές ή τυχάρπαστος σαν και του λόγου μου παίζει με τη δουλειά του, τον κόπο, το μόχθο του και τις ελπίδες του. Άρχισα να διορθώνω το κείμενο και στη μέση σκέφτηκα ότι κάνω ότι χειρότερο μπορούσε να μου συμβεί ως μπλόγκερ: Αυτολογοκρινόμουν. Αντί να ανεβάσω το ποστ για το βιβλίο ανέβασα ένα αντίο εξηγώντας έτσι και στον άγνωστο αποστολέα του μέιλ (αν διαβάσετε τώρα ξανά όσα έγραψα στο προηγούμενο ποστ ίσως γίνουν αντιληπτά κάποια πράγματα πιο εύκολα) ότι δεν παίζω παιχνίδια. Δεκαεπτά μήνες έκανα με κέφι και όρεξη κάτι. Σε μια μέρα διαπίστωσα ότι το είχα χάσει. Τελεία και παύλα. Λυπάμαι αλλά όλοι μας έχουμε μάθει να ζούμε με τις αρχές μας, σωστές ή λάθος.
Δεν είμαι wanna be δημοσιογράφος ή συγγραφέας, ούτε wanna be διαπλεκόμενος, ούτε θύμα, ούτε τίποτα. Έκλεισα συνειδητά ένα κύκλο και δεν θα εξηγούσα λεπτομερώς τους λόγους αλλά με υποχρεώσατε να το κάνω. Με εκφράζει απόλυτα ένα σημερινό ποστ του nuwanda στο book attack που μόλις διάβασα. Με εκφράζει όσο σπάνια με έχει εκφράσει ποστ κάποιου άλλου. Τα μπλογκ είναι ευλογία και κατάρα ανάλογα πως τα χειρίζεται ο καθένας μας. Για όλους εσάς και σας ευχαριστώ τούτο το μπλογκ ήταν καλό. Για κάποιους άλλους όχι. Υπάρχουν όμως και κάποιοι έξω από τη δική μας παρέα, έξω από τον κύκλο των μπλόγκερς, έξω από τη λογική μας. Και όποιος οχυρώνεται στο ’’εγώ πιστεύω ότι κάνω το σωστό’’ κινδυνεύει να γίνει δογματικός και απόλυτος κάτι που μισώ και αποφεύγω. Για 17 μήνες είχα την άνεση να απαντάω στους επικριτές, να υπερασπίζομαι τις απόψεις μου, δεχόμουν κάθε δημόσια ή ιδιωτική κριτική, ζήτησα συγνώμη σε όποιον μου απέδειξε ότι έκανα λάθος αλλά δεν μπορώ να διορθώσω την όποια αδικία έχω προκαλέσει εν αγνοία μου και αυτό είναι κατάρα. Μέσα στα μέιλ που πήρα διάβασα και ανοησίες. Κακόβουλες αφού όπως φαίνεται κάποιοι ή δεν ξέρουν να διαβάζουν ή διαβάζουν και δεν καταλαβαίνουν. Να απαντήσω και σ’ αυτές για να τελειώνουμε: ΔΕΝ ΠΡΟΣΛΗΦΘΗΚΑ ΠΟΥΘΕΝΑ (έχω δουλειά που με καλύπτει απόλυτα και δεν έψαχνα μέσα από το μπλογκ), ΔΕΝ ΘΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ READERS DIGGEST, δεν…δεν…δεν. Αν είχαν συμβεί όλα αυτά ή κάτι απ΄ αυτά θα έπρεπε όχι να ’’απενεργοποιήσω’’ το μπλογκ αλλά αντίθετα να το κρατήσω και να το συντηρήσω! Απλή λογική μάρκετινγκ είναι, μην τρελαθούμε κιόλας. Χώρια που τα έχω ξανακούσει πολλάκις αυτούς τους 17 μήνες και όσοι δημιουργούσαν διαπλοκές και θεωρίες συνωμοσίας στο μυαλό τους έχουν διαψευστεί κατ’ επανάληψη. Ότι ακριβώς έγινε το έγραψα, τίποτε παραπάνω και τίποτε λιγότερο. Η όλη υπόθεση είναι καθαρά υπόθεση δύο ανθρώπων. Δική μου και αυτού που μου έστειλε το πρωί της Πέμπτης τέσσερις αράδες σε ένα μέιλ. Ξέρει ποιος είμαι, που και πως θα με βρει αν θέλει το συζητάμε.
Χρωστάω μόνο δύο ποστ με συνεντεύξεις (για τον κόπο που έκαναν αξιόλογοι άνθρωποι και λογοτέχνες να μου απαντήσουν και δεν θέλω να πάει χαμένος) τα οποία θα αναρτήσω μόλις βρω χρόνο, θα απαντήσω σε όλα τα μέιλ όχι για λόγους ευγένειας αλλά ουσίας, θα αφήσω σχόλια για όσους τυχόν δεν διαβάσουν αυτές τις μικρές ’’εξηγήσεις’’ στα μπλογκ τους αλλά αν κάποτε (τούτη τη στιγμή και για καιρό θα ισχύει το ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ) αποφασίσω να συνεχίσω και να μετατρέψω την τελεία που έβαλα την περασμένη Παρασκευή σε…κόμμα θα το κάνω με άλλες συνθήκες, όρους και δεδομένα. Και πάλι σας ευχαριστώ από καρδιάς γιατί μου προσφέρατε κάτι που συμβαίνει (αν συμβαίνει) μια φορά στη ζωή μας. Την αγάπη και τον καλό λόγο ανθρώπων που δεν είχα την τύχη να γνωρίσω από κοντά . Γι΄ αυτό και μόνο ΤΕΛΙΚΑ άξιζαν 17 μήνες και 250 ποστ.

Thursday, June 14, 2007

 

Σας ευχαριστώ όλους ήταν όμορφα

Λυπάμαι που το γράφω έτσι ξερά μετά από 17 μήνες παρέας...
Σήμερα κατεβαίνει η αυλαία του συγκεκριμένου μπλογκ...
Σ’ όλα τα πράγματα πρέπει να μπαίνει η λέξη τέλος την κατάλληλη στιγμή και όχι σε λάθος χρόνο και στιγμές.
Ευχαριστώ όλους όσους πήραν μέρος στην πραγματικά καλή παρέα αυτούς τους 17-18 μήνες, ευχαριστώ όλους όσους με τον τρόπο τους συμμετείχαν στο να γίνει αυτό το μπλογκ μια ενεργή κοιτίδα προβληματισμού, διαφωνιών αλλά και γόνιμου διαλόγου για κάτι που όλοι αγαπάμε: τη λογοτεχνία.
Αφήνω όλα τα κείμενα και τα αρχεία ως έχουν γιατί θεωρώ ότι όποιος θέλει μπορεί να ανατρέξει και να βρει πολύτιμα στοιχεία για αυτούς τους 17-18 μήνες για κυκλοφορίες, βιβλία, κριτικές. Και φυσικά δεν σβήνω το ιστολόγιο για να μην έχουμε παράξενες ’’κλωνοποιήσεις’’. Αν ποτέ (γιατί όπως λέει και ο αγαπητός Τζέιμς Μποντ ’’ποτέ μην πεις ποτέ’’) βρω καλό λόγο και δικαιολογία (αυτά που δεν έχω για να συνεχίσω) θα επιστρέψω εδώ και μόνο εδώ.
Πιστεύω ότι τη μια και μοναδική υπόσχεση που έδωσα την τήρησα. Δεν έκανα καριέρα μέσα από το μπλογκ, δεν επεδίωξα και ούτε ήθελα κάτι άλλο πέραν αυτού που φαινόταν εδώ και φυσικά δεν είχα στην άκρη του μυαλού μου οποιοδήποτε αντάλλαγμα παρότι αρκετοί μικρονοϊκοί συνέχιζαν να το πιστεύουν και να το υποστηρίζουν. Δεν ήθελα και εννοείται ότι δεν θέλω τη θέση κανενός κριτικού, δεν πήρα ούτε μισό δωρεάν βιβλίο σ’ αυτούς τους 17-18 μήνες αλλά συνέχισα να αγοράζω όλα εκείνα που θα αγόραζα ούτως ή άλλως, δεν ήπια καφέ με συγγραφείς, εκδότες, κριτικούς, δεν εκμεταλλεύθηκα στο ελάχιστο το μπλογκ αν και το δηλώνω δημόσια ότι είχα τις ευκαιρίες και θα μπορούσα να το πράξω. Κέρδισα μόνο πέντε- δέκα καλούς φίλους (έστω και εξ’ αποστάσεως τους περισσότερους) αλλά πολύ το χάρηκα. Και κινδύνευσα να χάσω και μερικούς που είχα από την προ μπλογκ εποχή, όταν δεν είχε δημιουργηθεί η διαδικτυακή περσόνα του Reader αλλά ευτυχώς δεν τους έχασα. Δεν έστησα κανένα λογοτεχνικό ’’παραμάγαζο’’ και αυτό είναι κάτι που μπορούν να το βεβαιώσουν μόνο όσοι (ευτυχώς δεν ήταν λίγοι) επικοινώνησαν μαζί μου όλους αυτούς τους μήνες και δεν συντήρησα κανενός είδους λογοτεχνική ’’διαπλοκή’’. Στην ουσία και για λόγους που δεν ενδιαφέρουν κανένα άλλο πλην εμού βγαίνω ’’χαμένος’’ αλλά δεν μ΄ενοχλεί και δεν παραπονιέμαι για τους προσωπικούς μου λάθος χειρισμούς ή αποφάσεις.
Πιστεύω ότι όλοι εσείς θα φανείτε πιστοί σ΄ αυτό που για 17-18 μήνες λέγαμε: Κάθε χρόνο θα αγοράζουμε και θα διαβάζουμε ένα βιβλίο παραπάνω από τον προηγούμενο. Γιατί μόνο αυτό μετράει και αυτός πρέπει να είναι ο αληθινός στόχος. Και αυτό είναι το τελευταίο (αλλά και το μοναδικό) που αξίζει και ειλικρινά θέλω να μείνει ως ανάμνηση από τούτο το ιστολόγιο.
Υ.Γ.1 Ζητάω συγνώμη από τους συγγραφείς, κριτικούς και εκδότες που μου έχουν στείλει απαντήσεις στα ερωτηματολόγια μου. Θα φροντίσω μέσα στις επόμενες μέρες να αναρτηθούν όσα έχω στα χέρια μου ή όσα είχαμε συμφωνήσει να μου στείλουν χωρίς άλλη δική μου παρεμβολή για να μην πάει χαμένος ο κόπος τους.
Υ.Γ. 2 Ζητάω ειλικρινά συγνώμη από όποιον τυχόν και χωρίς να το γνωρίζω έθιξα σ’ αυτό το διάστημα με κάτι που έγραψα. Ημουν πρόθυμος πάντοτε να ανακαλέσω ή να ζητήσω συγνώμη και το έκανα όταν χρειάστηκε. Ορισμένοι με κατηγορούν ότι έπαιξα με τη δουλειά τους. Εχουν άγρια μεσάνυχτα και στρουθοκαμηλίζουν καλύπτοντας τη δική τους αδυναμία να προσαρμοστούν στις εξελίξεις. Θα το καταλάβουν αργότερα, δεν έχει νόημα πλέον να το συζητάω, δεν έχουν αντιληφθεί ότι οι καιροί αλλάζουν γρήγορα γύρω μας και όποιος δεν προσαρμόζεται γρήγορα χάνει το τραίνο. Δεν έχω άλλο τρόπο πλέον να τους αποδείξω ότι είμαι ’’αθώος του αίματος’’.
Υ.Γ. 3 Ευχαριστώ γιατί όλη αυτή η προσπάθεια βρήκε ηθική (και μόνο) ανταμοιβή με τις 85.000 επισκέψεις ουσιαστικά από τον περασμένο Μάιο μέχρι σήμερα φέρνοντας το συγκεκριμένο μπλογκ μέσα στα 7-8 πρώτα από πλευράς επισκεψιμότητας μεταξύ των χιλιάδων (πλέον) που υπάρχουν στην πλατφόρμα της blogspot και σταθερά μέσα στα πρώτα 25-30 ελληνικά ιστολόγια.
Υ.Γ. 4 Χαίρομαι ιδιαίτερα που ότι καλό ή κακό ξεκίνησε σ’ αυτή τη διεύθυνση υπάρχουν δεκάδες αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ να το συνεχίσουν, να το διευρύνουν και να το κάνουν ακόμη καλύτερα απ΄ότι το έκανα όλο αυτό το διάστημα. Το σίγουρο είναι ότι θα τους παρακολουθώ και θα τους διαβάζω όλους όταν μου επιτρέπει ο χρόνος μου.
Υ.Γ. 5 Λυπάμαι που κλείνω τα σχόλια (για πρώτη και...τελευταία φορά) αλλά δεν έχει νόημα να συζητήσουμε δημόσια οτιδήποτε. Την προηγούμενη φορά (τον Σεπτέμβριο του 2006) μου αλλάξατε μυαλά αυτή τη φορά ή απόφαση είναι οριστική και αμετάκλητη. Η διεύθυνση του μέιλ μου παραμένει ενεργή και ανοικτή, όποιος θέλει κάτι ας γράψει εκεί και όπως όλοι ξέρουν απαντάω όσο πιο γρήγορα μου επιτρέπουν οι υποχρεώσεις μου.
Υ.Γ. 6 Για να μην γίνουν λάθος συνδυασμοί επειδή η ανοησία και η καχυποψία πάνε χέρι χέρι και είναι θλιβερό προνόμιο αρκετών σ’ αυτό τον τόπο: Η απόσυρσή μου ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΕ ΤΙΠΟΤΕ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΜΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΟΣΤ, τις αντιδράσεις και τις συζητήσεις που ξεκίνησαν οι 10 ερωτο-απαντήσεις με την κ.Κέζα. ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΕΛΩΣ ΑΣΧΕΤΑ ΤΑ ΔΥΟ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ!
Καλό καλοκαίρι και καλές αναγνώσεις σε όλους (μας)

Sunday, June 10, 2007

 

10 Q. and A. με την... Λώρη Κέζα

Εδώ και πολλά χρόνια στις συνεντεύξεις ανθρώπων της λογοτεχνίας που διαβάζω στον τύπο ή στα εξειδικευμένα περιοδικά με ενοχλούσε κάτι συγκεκριμένο: Το ’’στημένο’’ της υπόθεσης, η πόζα και η έλλειψη όχι ειλικρίνειας αλλά αυθορμητισμού. Ο συνεντευξιαζόμενος προσπαθεί να ’’λανσάρει’’ τον εαυτό του, να μας πείσει πόσο καλό είναι το τελευταίο βιβλίο που έγραψε, πόσο δύσκολο πράγμα είναι η έμπνευση ή να διαφημίσει τα τελευταία βιβλία που εκδόθηκαν από την εταιρεία του (αν πρόκειται για εκδότη), ο ερωτών δημοσιογράφος μοιάζει να ανοίγει διάλογο μέσα από τις ερωτήσεις του με όλη τη λογοτεχνική κοινότητα και αντί να βοηθάει στη σκυταλοδρομία του λόγου να παριστάνει το ΄΄φωτεινό λογοτεχνικό παντογνώστη’’. Ένας λόγος που καθιέρωσα αυτές τις ’’συζητήσεις’’ (μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου) με ανθρώπους της λογοτεχνίας ήταν για να μάθουμε όλοι τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από τον συγγραφέα, τον εκδότη ή τον κριτικό. Γιατί μόνο έτσι οι συγγραφείς θα γίνουν προσιτοί σε ένα μεγαλύτερο κοινό και όχι απωθητικοί, απόμακροι λες και κάθονται στο θρόνο της διανόησης και βλέπουν όλους τους άλλους σαν υπηκόους τους, λειψούς και ανεπαρκείς και γιατί μόνο έτσι θα μάθουμε να πιστεύουμε τους κριτικούς ή να τους διαχωρίζουμε κατα πως τους αξίζει. Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Αντί προλόγου στην κουβέντα με τη Λώρη Κέζα. Διαβάζοντας τις απαντήσεις της (και το έκανα δύο φορές) έχω την αίσθηση ότι απάντησε σε όσα τη ρώτησα με όσο αυθορμητισμό μοιάζει να διαθέτει. Τον ίδιο ακριβώς που έχει όταν γράφει ή όταν βρίσκεται στην ακριβώς αντίθετη θέση: Όταν δηλαδή εκείνη ρωτάει και οι άλλοι απαντάνε. Στην απίθανη περίπτωση που το όνομα της δεν σας λέει κάτι γράφω τις όχι και λίγες ιδιότητές της (όχι με αξιολογική σειρά αλλά τυχαία): Δημοσιογράφος στο Βήμα, δημιουργός και ’’ψυχή’’ του ’’Να ένα μήλο’’ και μέλος της επιτροπής των Κρατικών Βιβλίων Λογοτεχνίας.


1. H προσπάθεια του ’’Να ένα μήλο’’ να καθιερώσει τα βραβεία του έμοιαζε δύσκολη και επισφαλής αφού έπρεπε να συνδυασθεί μια επιτροπή περίπου πενήντα ανθρώπων. Ηταν όντως τόσο δύσκολη;
- Ήταν δύσκολη προσπάθεια μόνο από την άποψη ότι δεν υπάρχει γραμματεία για να συντονίζει το όλο το εγχείρημα. Έγινε λίγο δυσκολότερη επειδή ορισμένοι επιμένουν να ζουν εκτός διαδικτίου, οπότε πέραν των ηλεκτρονικών επιστολών πρέπει να γίνονται τηλεφωνήματα, ταχυδρομικές αποστολές. Όσον αφορά την ουσία του ζητήματος, δηλαδή την πρόκριση του μυθιστορήματος που επιλέγεται ως το καλύτερο, είχαμε όλο το χρόνο για να φιλτραριστούν οι επιλογές, αρχής γενομένης την 1η Ιανουαρίου και με ημερομηνία λήξης την 31η Μαρτίου (παραμονή της γιορτής βράβευσης δηλαδή). Θα υπενθυμίσω τη διαδικασία. Καθένας στην πρώτη φάση προτείνει ένα βιβλίο. Από τους 38 συγγραφείς που τελικά συμμετείχαν προέκυψε μια λίστα 19 μυθιστορημάτων. Μια λίστα που κατά τη γνώμη μου είχε αδυναμίες και λάθη. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να λείπει το Σουέλ της Καρυστιάνη και να υπάρχει το Αστεγοσκόπιο του Ζευγώλη (ένα κακογραμμένο, ανερμάτιστο βιβλίο που δεν είναι καν μυθιστόρημα) ή ακόμη οι Μαμάδες βορείων προαστείων της ακατονόμαστης. Αυτά ήταν κατά τη γνώμη μου φάουλ που έγιναν από δυο συνεργάτες αλλά τα χρεώθηκε όλη η επιτροπή. Προτάθηκε επίσης η Καλοσύνη των ξένων του Τατσόπουλου που δεν είναι μυθιστόρημα, είναι ένα καλογραμμένο αυτοβιογραφικό ρεπορτάζ. Ενώ είχαμε ξεκαθαρίσει ότι πρόκειται για βραβείο μυθιστορήματος, το πρότειναν κάμποσοι, οπότε εκ των υστέρων δεν μπορούσαμε να αρχίσουμε συζήτηση για τον ορισμό των ειδών γραφής.
Να πω και κάτι άλλο. Δεν ήθελα σε καμία περίπτωση ως εκδότρια του περιοδικού και ως «τροχονόμος» του βραβείου (ο χαρακτηρισμός αποδίδεται στη Σοφία Νικολαϊδου) να λειτουργήσω διορθωτικά. Κατέθεσα πρώτα τη δική μου πρόταση και μετά άρχισα να μαζεύω των άλλων, για να μην μπω στον πειρασμό να βάλω κάτι που ξεχάστηκε. Επιβεβαιώθηκα: η
Καρυστιάνη έμεινε εκτός γιατί όλοι θεωρήσαμε ότι θα την προτείνει κάποιος άλλος. Επίσης δεν έκανα άλλου τύπου μαμαδίστικες παρεμβάσεις (θα μπορούσα να πάρω το τέρας που έστειλε την Ακατονόμαστη και να πω «κόψε τις ανοησίες, θα εκτεθούμε»). Εχει μεγαλύτερη σημασία να φανεί ότι ο κύκλος του να ένα μήλο είναι πολυσυλλεκτικός παρά να δείξουμε ότι είμαστε πολύ σωστοί, πολύ διανοούμενοι, πολύ σοβαροί.
Λοιπόν… Από την πρώτη φάση ήταν προφανές ότι ο Σουρούνης είχε το προβάδισμα. Αυτό το στοιχείο το απέκρυψα από τα μέλη της επιτροπής για να μην λειτουργήσει η πληροφορία όπως τα αποτελέσματα δημοσκοπήσεων στις εκλογές. Στη δεύτερη φάση, του Φεβρουαρίου, τα μέλη έπρεπε να βαθμολογήσουν τα βιβλία. Είχε καθένας δέκα βαθμούς που μπορούσε να τους μοιράσει κατά βούληση, σε ένα, δυο, πέντε, δέκα βιβλία. Με όποιο τρόπο ήθελε. Σε αυτή
τη φάση λοιπόν η Ακατονόμαστη έλαβε μηδέν βαθμούς (δηλαδή εκείνος που την πρότεινε της έβαλε μηδενικό!) ενώ ο Ζευγώλης πήρε άσσο. Περιττό να πω ότι στον Σουρούνη τα δεκάρια έπεφταν σαν το χαλάζι. Τα πέντε πρώτα σε βαθμολογία βιβλία συγκρότησαν τη βραχεία λίστα. Από αυτή καθένας μπορούσε να ψηφίσει το ένα. Χωρίς βαθμολογίες. Η τρίτη αυτή φάση έλαβε χώρα τον Μάρτιο. Ενας μήνας ήταν αρκετός για τις ζυμώσεις. Τελικά, όπως ξέρεις, το πήρε ο Σουρούνης, με απόσταση. Δεν θα πάρω μέρος στη συζήτηση «γιατί οι νέοι ψηφίζουν τον παλιό». Διάβασα διάφορα κακεντρεχή σχόλια στα μπλογκ και τις εφημερίδες, δεν με απασχολούν. Μου άρεσε που δεν λειτουργήσαμε συντεχνιακά (μεταξύ μας) ούτε ρατσιστικά (σε ότι αφορά τις ηλικίες). Επιπλέον είμασταν πολύ συνεπείς: το να ένα μήλο δεν υποσχέθηκε ποτέ πρωτοπορία, δεν κάνει επανάσταση. Είπαμε να προτείνουμε ένα καλό βιβλίο και τελικά αυτό έγινε. Προτείναμε στον κόσμο ένα ωραίο ανάγνωσμα.

2. Η εμπειρία της πρώτης χρονιάς τι άφησε σε σας προσωπικά και ποιοι είναι οι μελλοντικοί στόχοι και η κατεύθυνση του βραβείου σε μια εποχή που οι βραβεύσεις αποτελούν ουσιαστικά κάτι όχι ασυνήθιστο;
- Τι μου άφησε; Χαρά. Τι άλλο αφήνει ένα βραβείο; Κατεύθυνση δεν υπάρχει. Στην πρώτη συνάντηση που κάναμε με τους συγγραφείς για να θέσουμε κάποιους όρους αποφασίσαμε να μην είναι το βραβείο ειδικό π.χ. για πρωτοεμφανιζόμενο ή για κάποιο είδος γραφής. Η ιδέα είναι να προτείνεις στον κόσμο να διαβάσει κάτι που σου άρεσε. Για εμάς είναι μια αφορμή για συζητήσεις. Ελπίζω βέβαια να έχουμε και του χρόνου την υποστήριξη του Γιώργου Λιόλιου, προέδρου της φαρμακευτικής Λάμδα, γιατί βραβείο χωρίς έπαθλο είναι μισή χαρά.

3. Το να ένα μήλο βασίζεται κυρίως σε νέους ηλικιακά συγγραφείς. Μπορούμε να το θεωρήσουμε ως την πιο σοβαρή ’’κοιτίδα’’ ανάδειξης συγγραφικών ταλέντων;
-Δεν ξέρω αν είναι «σοβαρή» κοιτίδα είναι πάντως σίγουρα ένα έντυπο στο οποίο δεν χρειάζεσαι μεσολαβητή για να δημοσιεύσεις, δεν χρειάζεται να είσαι φίλος φίλου, ανίψι ή γκόμενα κάποιου. Τους περισσότερους συνεργάτες τους συνάντησα αφού είχαν κυκλοφορήσει τα πρώτα τεύχη, όταν είχα την ιδέα να οργανώσουμε κάποιου είδους μάζωξη, που πήρε τελικά τη μορφή των συναντήσεων εργασίας που κάνουμε κάθε χρόνο, ένα είδος ομαδικής ψυχοθεραπείας για συγγραφείς. Κατά τα άλλα βλεπόμαστε όποτε κυκλοφορεί καινούργιο τεύχος. Κάποιοι πάνε σε εκδηλώσεις και παρουσιάσεις βιβλίων –ο ένας μιλά για τα βιβλία του άλλου- και τέλος πάντων έχει φτιαχτεί ένας κύκλος πολύ ανοιχτός σε όλους. Για το ζήτημα της ηλικίας, φοβούμαι ότι δεν είμαστε πια και τόσο νέοι. Είμαστε κάπου στη μέση. Μεσήλικες; Ακούγεται βαρύ. Πάντως υπάρχει μια εικόνα που με τρομάζει: όλοι μαζί, σε τριάντα χρόνια, να κάνουμε εκδρομές και να μιλάμε, οι ίδιοι για τα ίδια. «Θυμάσαι τότε που βγήκε το πέμπτο τεύχος…» κουνώντας τις μαγκούρες. Το δε περιοδικό να έχει μετονομαστεί σε Σάπιο μήλο. Ουφ. Πρέπει κάποια στιγμή να κλείσει, έγκαιρα. Από τα πάρτι πάντως φεύγω την καλύτερη στιγμή, όταν το κέφι απογειώνεται. Φεύγω χωρίς να χαιρετήσω κανέναν. Δεν μου άρεσε ποτέ να σέρνομαι στον καναπέ και να βλέπω τον χώρο να αδειάζει.
4. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να πλαισιώσει κάποιος την ομάδα του να ένα μήλο;
- Δεν υπάρχουν προϋποθέσεις. Δεν είμαστε η ΚΝΕ, δεν δίνεις βιογραφικό. Αν μου αρέσει ένα κείμενο, το δημοσιεύω. Καλώς ή κακώς δεν υπάρχει κάποια επιτροπή να συναποφασίζει και τα συναφή. Η Ντίνα Κίτσου με αποκαλεί δικτάτορα και νομίζω ότι έχει δίκιο. Απλά δεν πιστεύω στον συμψηφισμό του γούστου. Είναι ένα προσωπικό όραμα, ένα περιοδικό που εν πολλοίς βασίζεται σε αναθέσεις και παραγγελίες κειμένων. Δεν έχω να δώσω λογαριασμό σε κανέναν. Δεν σπαταλώ δημόσιο χρήμα, δεν ζητάω διαφημίσεις, δεν έχω νταβατζή. Έκανα ένα συμβόλαιο με τις εκδόσεις Πατάκη για τα επτά πρώτα τεύχη, τώρα συνεχίζω με τις εκδόσεις Πόλις. Σε όποιον αρέσει. Οι υπόλοιποι έχουν να διαλέξουν ανάμεσα σε 45 άλλα λογοτεχνικά περιοδικά της πατρίδας μας. Απαντώ κάπως γκαζωμένη γιατί έχει διαβάσει εδώ κι εκεί διάφορες κριτικές περί παρεών και ισορροπιών και δικαιοσύνης. Δεν μου αρέσουν οι ισορροπίες_ προτιμώ τους ανισόρροπους. Δεν χρωστάω σε κανέναν τίποτε, δεν θα απολογηθώ επειδή διάλεξα το κείμενο του τάδε και όχι του δείνα. Δεν έχω ευαγές ίδρυμα, να κάνω καλοσύνες. Πρόκειται για περιοδικό που βγαίνει δυο φορές το χρόνο και κάθε φορά φιλοξενεί τα 15 καλύτερα κείμενα από όσα έχουν σταλεί. Δηλαδή τι έπρεπε να κάνω, να δημοσιεύω σαβούρες ως ένδειξη ισονομίας; Τι να κάνουμε, δεν είναι όλοι καλοί_ σύμφωνα με τα δικά μου κριτήρια. Όσοι έχουν άλλα κριτήρια ας βγάλουν δικό τους περιοδικό.
Επειδή αναφέρεσαι σε «ομάδα του μήλου» και πώς μπαίνει κανείς σε αυτήν. Δεν πρόκειται για πολιτιστικό σύλλογο. Ολοι μαζί βρισκόμαστε δυο τρεις φορές το χρόνο, στην εκδρομή που κάνουμε, στα πάρτι για κάθε νέο τεύχος. Τα υπόλοιπα λειτουργούν ως παρέα. Τις προάλλες έκανε ένα πάρτι δικό του ο Νίκος Βλαντής και κάλεσε πολλούς από το μήλο, όσους κρατάνε επαφή μαζί του. Δεν κυκλοφορούμε όλοι μαζί, πενήντα νοματαίοι. Θα ήταν φρικτά βαρετό. Τώρα αν κάποιος νέος συγγραφέας θέλει να «προσχωρήσει» στην παρέα, δεν έχει παρά να στείλει ένα μέιλ ή να τηλεφωνήσει στους συγγραφείς που θα ήθελε να γνωρίσει. Είναι κάτι που συνηθίζεται.

5. Επί προσωπικού…Είσαστε μέλος της επιτροπής των κρατικών βραβείων λογοτεχνίας αλλά και στην ουσία η ’’ψυχή’’ του να ένα μήλο και των αντίστοιχων βραβείων τους. Το σκεπτικό σας είναι ίδιο και στις δύο περιπτώσεις αφού εξ’ ορισμού έχουν διαφορετικές κατευθύνσεις, στόχους και πιθανώς αποτελέσματα;
- Τα ίδια βιβλία μου αρέσουν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Αυτό που αλλάζει είναι ότι στο να ένα μήλο είχα ποσοστό βαρύτητας 1/38 ενώ στα Κρατικά 1/9. Στο να ένα μήλο δεν γίνονται συνεδριάσεις ενώ στα Κρατικά συναντιόμαστε σε τακτική βάση και συζητάμε τις προτάσεις μας. Το να ένα μήλο διαλέγει ένα μυθιστόρημα ενώ τα Κρατικά έχουν έξι κατηγορίες βραβείων. Στο να ένα μήλο κάνω όλη τη χαμαλοδουλειά ενώ στα Κρατικά υπάρχει κοτζάμ υπηρεσία, η Γραμματεία Γραμμάτων.

6. Η συμμετοχή σε μια κρατική επιτροπή βραβείων προϋποθέτει και ευχέρεια ελιγμών, αντιμετώπισης πιέσεων και όλων όσων συνιστούν κάποια μορφή ’’διαπλοκής’’ ή μη οικονομικών συνδιαλλαγών;
- Ομολογώ ότι δεν δέχτηκα πιέσεις ούτε ξέρω να κάνω ελιγμούς. Παρά το νεαρό της ηλικίας μου, είμαι πολλά χρόνια στην πιάτσα και όλοι γνωρίζουν πόσο κωλοχαρακτήρας είμαι. Συνολικά 18 χρόνια στα μίντια, 12 στο ρεπορτάζ βιβλίου. Έχω προλάβει να τσακωθώ με πολύ κόσμο, τα έχω ξαναβρεί, έχω αντιπάθειες και αγάπες. Δεν είμαι ο τύπος που θα με πάρει κάποιος μεγαλοσχήμων και θα με κατευθύνει ή θα με «ενθαρρύνει» με άλλο τρόπο. Δυστυχώς για τους φίλους μου (και είναι πολλοί στο χώρο) δεν θα δεχόμουν ποτέ να εκτεθώ για να τους κάνω το χατίρι.
Διάβασα πάντως σε εφημερίδες ότι πήραμε «κομματική γραμμή», ότι υπήρξαν δολοπλοκίες και υπαγορεύσεις. Δυο τινά μπορεί να συμβαίνουν: είτε θεωρήθηκα αμελητέα ποσότητα, οπότε κανείς δεν με πλησίασε για να με «πιέσει» ή είμαι ηλίθια και δεν κατάλαβα τις ντιρεκτίβες.

7. Υπάρχει και η ιδιότητα της δημοσιογράφου. Παριστάνοντας τον δικηγόρο του διαβόλου είμαι υποχρεωμένος να ρωτήσω πως μπορεί η Λώρη Κέζα να βλέπει ουδέτερα και αντίστοιχα να γράφει κρατώντας αποστάσεις για ένα βιβλίο που έχει εκδώσει συγγραφέας του να ένα μήλο;
- Μα δεν το βλέπω ουδέτερα. Κανείς δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Θα εξηγήσω κάτι. Όταν διαλέγω έναν συγγραφέα για το περιοδικό θεωρώ ότι γράφει καλά και ότι έχει μέλλον. Είναι λογικό όταν μου αρέσει ένα βιβλίο να θέλω να το βοηθήσω με κάθε τρόπο. Τώρα έχω κόλλημα με την Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Την ανακάλυψα όψιμα, διάβασα τρία αριστουργήματα που με άφησαν άφωνη. Αφωνη για την τύφλα μου. Τόσα χρόνια δεν την είχα πάρει μυρωδιά. Νόμιζα ότι γράφει επιστημονική φαντασία, που τη σιχαίνομαι. Με πίεσε ο Αύγουστος Κορτώ να τη διαβάσω και τρελάθηκα. Παίρνω βιβλιοπώλες για να κάνουν παραγγελίες, την πρότεινα σε ένα σωρό ξένους ατζέντηδες για μετάφραση. Γιατί να μην την βοηθήσω αφού πέρασα τόσο καλά διαβάζοντάς την; Το είπα και πιο πάνω πάντως για τους φίλους, ότι δεν τους κάνω χατίρια_ το θυμήθηκα τώρα από την αναφορά στον Κορτώ. Δεν το κρύβω ότι τον αγαπώ πολύ, ότι έχουμε ξημερωθεί πολλές φορές άδοντας τα άπαντα του Μαρκ Αλμοντ, ότι πολύ συχνά βρισκόμαστε για καφέ στα Εξάρχεια. Έχει βγάλει κάποια βιβλία που δεν μου άρεσαν. Δεν έγραψα ούτε μια γραμμή. Δεν με ρώτησε τη γνώμη μου οπότε τηρήθηκαν κανόνες αμοιβαίας σιωπής. Τώρα που βγήκε ο Δαιμονιστής, που είναι βιβλίο επιπέδου Μισέλ Φέιμπερ, ενθουσιάστηκα και του το είπα. Θα έπρεπε να τον τιμωρήσω για τη φιλία που μου δίνει τόσα χρόνια και να μην του πάρω συνέντευξη μήπως και κατηγορηθώ για ίντριγκες και δολοπλοκίες; Ας κατηγορηθώ. Το βέβαιον είναι ότι δεν εκτίθεμαι με την επιλογή μου. Μπορώ να στηρίξω αυτό το μυθιστόρημα με δεκάδες επιχειρήματα.
Συνεχίζω επί του θέματος (για τις ευνοϊκές συμπεριφορές) επειδή συχνά βρίσκομαι κατηγορούμενη στα διάφορα μπλογκ. Η ιστορία έχει ως εξής: διαβάζω ένα βιβλίο και ζητώ συνέντευξη. Ωραία. Κρατά καμιά ώρα. Υπάρχει περίπτωση μετά την ώρα να έρθει ένας δεύτερος καφές, κι άλλα τσιγάρα, κλείνει το κασετόφωνο, αρχίζει το μπλα μπλα. ‘Εχω απέναντί μου έναν άνθρωπο που λίγο ή πολύ θαυμάζω για τη δουλειά του. Που έχουμε κοινά ενδιαφέροντα. Υπάρχει μια χημεία. Τι πρέπει να κάνω, να περιμένω μερικά χρόνια, για να ξαναγράψει βιβλίο για να ξαναπάρω συνέντευξη; Όχι. Θα έρθει επόμενος καφές, ποτά, γεύματα, δείπνα. Γιατί να μην απολαύσω την ανθρώπινη επαφή; Για να μην κατηγορηθώ, όταν βγει το επόμενο βιβλίο, ότι γράφω για φίλους; Δεν με απασχολεί καθόλου η εικόνα μου. Δεν θα προσπερνώ ανθρώπους που μου αρέσουν για να μην γίνω στόχος εκείνος που βλέπουν παντού συνομωσίες. Από την άλλη πλευρά, εκείνοι που με συμπαθούν στο πλαίσιο επαγγελματικής συνάντησης, τι να κάνουν; να με φτύσουν επειδή ανήκω στην επαίσχυντη κατηγορία εργαζομένων που λέγονται δημοσιογράφοι; Με όλη τη σεμνότητα, που δεν με χαρακτηρίζει, υπάρχουν δεκάδες λόγοι για να μου κάνει κάποιος παρέα πέρα από μια συνέντευξη άνευ σημασίας; Δηλαδή και τι έγινε άμα μπει μια σελιδάρα στην εφημερίδα; Θα εκτιναχθούν οι πωλήσεις, θα αυξηθεί το κύρος; Σιγά. Νομίζω ότι ο κυριότερος λόγος που συνεχίζουν να με κάνουν παρέα τόσοι συγγραφείς είναι ότι διοργανώνω πολύ πετυχημένα δείπνα στο σπίτι. Έχετε δοκιμάσει σούπα κεράσια βρασμένη σε λευκό κρασί; Σπαγγέτι με σύκα, παρμεζάνα και κάρι; Μοσχάρι Ουέλιγκτον, τυλιγμένο σε κρέπες μαϊντανού και φύλλο κρούστας; Κανείς δεν αντιστέκεται στο καλό φαγητό (που μαγειρεύει ο σύζυγός μου).
Σχετικά με τη δημοσιογραφία, σε έντυπο μεγάλης κυκλοφορίας. Επιλέγω ως επί το πλείστον θέματα, βιβλία, συγγραφείς που μου αρέσουν. Όταν όμως κάποιος από την ιεραρχία (αρχισυντάκτης, διευθυντής, στέλεχος) μου ζητήσει ή μου αναθέσει να γράψω για κάτι, είμαι υποχρεωμένη να το κάνω. Έχει τύχει να μου αναθέσουν να γράψω για βιβλίο που δεν που αρέσει και να το θάψω. Αυτό γίνεται κυρίως για συγγραφείς που θεωρούνται «φαινόμενα». Αν δηλαδή κάποιος σπάσει τα ταμεία, δεν μπορείς να τον αγνοείς επειδή τον θεωρείς λάιτ. Η εφημερίδα είναι μαζική, δεν μπορείς να περιφρονείς το λεγόμενο ευρύ κοινό.

8. Στη μουσική μιλάμε για ελληνική σκηνή hip hop και εσχάτως για σκηνή electronica made in Greece . Υπάρχει κάποια αντίστοιχη λογοτεχνική σκηνή νέων δημιουργών;
- Ελπίζω να μην υπάρχει καμία αναλογία. Το ελληνικό χιπ χοπ είναι για τα μπάζα. Όπως και το ελληνικό ροκ (εξαιρούνται Last Drive και Διάφανα Κρίνα). Elecrtonica δεν είναι το φόρτε μου, έχω χάσει τεύχη. Για κάποιους συγγραφείς μας έχω την αίσθηση στέκονται άνετα διεθνώς. Αν έγραφαν στα αγγλικά και κυκλοφορούσαν από μεγάλους εκδότες Αγγλίας/Αμερικής, θα είχαν μεγάλη επιτυχία. Είναι όμως η καταραμένη η μικρή γλώσσα που τους κλείνει πόρτες.
9. Ονόματα και…διευθύνσεις παρακαλώ. Εξαιρώντας όσους πλαισιώνουν το ’’Να ένα μήλο’’ υπάρχουν νέοι συγγραφείς (είτε ηλικιακά, είτε από πλευράς παραγωγής) που τους έχετε εντοπίσει και ξεχωρίζουν;
- Όσους ξεχωρίζουν, τους έχω τσιμπήσει. Αν κυκλοφορεί κανάς καλός που δεν το ξέρω, παρακαλώ ενημερώστε…
10. Ο κόσμος της λογοτεχνίας μοιάζει να αναγνωρίζει και να εμπιστεύεται μόνο τους μεγάλους σε ηλικία δημιουργούς. Θυμίζει έτσι κόσμο γερόντων. Υπάρχει περίπτωση ανατροπής του σκηνικού τα επόμενα χρόνια και πως είναι πιθανό να συμβεί αυτό; Η τελικά όλα είναι θέμα μιας άτυπης σειράς και ιεραρχίας και οι σημερινοί νέοι πρέπει να περιμένουν μια, δύο ή τρεις δεκαετίες για να δικαιωθεί το έργο τους;

- Δεν έχω ιδέα. Πάντως νέος δεν σημαίνει και καλός. Δεν σημαίνει καλύτερος από τους προηγούμενους. Νομίζω ότι το βραβείο του να ένα μήλο αυτό ακριβώς αποδεικνύει: δεν έχει σημασία ποιος είναι νέος και ποιος γέρος, αρκεί να γράφει καλά.

Friday, June 08, 2007

 

Podcast: Ο Πίτερ Σέλερς σε ρόλο Ηρακλή Πουαρό!



Μπορεί να μπαίνουμε στο καλοκαίρι αλλά στο podcast του μπλογκ παίζει εδώ και λίγες ώρες ένα σπάνιο ηχητικό ντοκουμέντο με….Χριστουγεννιάτικο θέμα. Πρόκειται για τη ραδιοφωνική ενός εκ των καλυτέρων βιβλίων της Αγκάθα Κρίστι με τίτλο ’’Τα Χριστούγεννα του Ηρακλή Πουαρό’’. Και το ηχητικό αυτό ντοκουμέντο που νομίζω ότι αξίζει από μόνο του και ένα συνοδευτικό ποστ γίνεται σπάνιο γιατί το ραδιοφωνικό ρόλο του θρυλικού ντεντέκτιβ ’’ζωντανεύει’’ η φωνή του αξέχαστου Πίτερ Σέλερς! Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι το έργο παίχθηκε (φυσικά παραμονές Χριστουγέννων) από το ραδιόφωνο του BBC αλλά το 1986 αρκετά χρόνια μετά το θάνατο του διάσημου ηθοποιού που είχε κάνει τη σχετική ηχογράφηση στα μέσα της δεκαετίας του ’70 αλλά για χρόνια είχε μείνει στα συρτάρια του BBC άγνωστο για ποιο λόγο!
Το podcast που ισοδυναμεί με τη ραδιοφωνική εκπομπή είναι ολοκληρωμένο (διάρκεια περίπου 90 λεπτά) και φυσικά υπάρχει ολόκληρο το βιβλίο μέχρι τη λύση του μυστηρίου από τον Πουαρό. Πριν γράψω δύο λόγια για το βιβλίο της Κρίστι στο οποίο βασίστηκε η σχετική εκπομπή να αναφερθώ στη σχέση του Πίτερ Σέλερς με τη μεγάλη συγγραφέα αστυνομικών μυστηρίων αλλά και τον ήρωα που τελικά αναπαράστησε ραδιοφωνικά, τον θρυλικό Βέλγο ντέντεκτιβ Ηρακλή Πουαρό. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ένας κινηματογραφικός παραγωγός είχε την ιδέα να μεταφέρει τη νουβέλα της Κρίστι Hickory Dickory Dock στον κινηματογράφο με τη μορφή μιούζικαλ και το ρόλο του Πουαρό να κρατάει ο…Σέλερς! Μάλιστα, γράφτηκε το σενάριο και μερικές μουσικές σκηνές τις οποίες παρουσίασαν στην Αγκάθα Κρίστι με παραλλαγμένο τον τίτλο του βιβλίου σε Death Beats! Η Κρίστι, παραδόξως, ενθουσιάστηκε από το καινοφανές του εγχειρήματος αλλά ποτέ η υπόθεση δεν προχώρησε. Μείναμε έτσι με την εικόνα του Πίτερ Ουστίνοφ στο ρόλο του Πουαρό! Η Κρίστι πέθανε το 1976, ο Σέλερς τρία χρόνια αργότερα αλλά είχε προλάβει να παίξει το ρόλο του Πουαρό σε ραδιοφωνικές μεταφορές έργων της Κρίστι τέσσερις φορές.
Μια απ΄ αυτές είναι και η μεταφορά του σχετικού βιβλίου που μπορείτε να ακούτε τις επόμενες μέρες στο μπλογκ. Αξίζει τον κόπο να το ακούσετε, θα σας θυμίσει (τουλάχιστον στους άνω των σαράντα) παλιές εκπομπές ραδιοφώνου στην Ελλάδα. Για να βάλω στο πνεύμα και όσους θέλουν να το παρακολουθήσουν μέχρι τέλους γράφω μια γενική παρουσίαση του βιβλίου.
Ο τίτλος, φυσικά, είναι παρελκυστικός αφού δεν πρόκειται για κάποια κομεντί ή οικογενειακή υπόθεση διακοπών αλλά για ένα ’’καθαρόαιμο αστυνομικό άθλο’’ του Πουαρό. Ο Πουαρό αποφασίζει να περάσει τα Χριστούγεννα στην εξοχή παρέα με τον φίλο του Συνταγματάρχη Τζόνσον αλλά γρήγορα φαίνεται να πλήττει αφού προτιμάει τη ζωή της πόλης. (Φοβερή ατάκα του Τζόνσον στον Πουαρό: "Nothing like a wood fire"). Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν βρίσκεται το πτώμα του δεσποτικού Συμεών Λι και φυσικά καλείται ο Πουαρό να διελευκάνει το μυστήριο.
Το σπίτι είναι γεμάτο (λόγω Χριστουγέννων) από παιδιά και πρώην συζύγους του Λι που ο καθένας μοιάζει να έχει καλό λόγο να είναι ο δολοφόνος του, ειδικά από τη στιγμή που αυτός λίγο πριν τη δολοφονία του είχε αναγγείλει ότι προσθέτει στη διαθήκη του την όμορφη νεαρή εγγονή του Πιλάρ η οποία μόλις έχει φτάσει από την Ισπανία και κανένα μέλος της οικογένειας δεν την είχε δει στο παρελθόν. Τα μέλη της οικογένειας υποστηρίζουν ότι ο δολοφόνος είναι κάποιος εκτός οικογένειας αλλά ο Πουαρό από την πρώτη στιγμή πιστεύει το αντίθετο και φυσικά αφήνει τους αστυνομικούς να κάνουν όλη τη δουλειά και όλα τα…λάθη πριν το δικό του τελικό θρίαμβο!
Παρότι δεν είναι από τα πιο γνωστά βιβλία της Κρίστι, είναι ένα από τα καλύτερα μυστήρια που καλείται να λύσει ο Πουαρό στην ’’καριέρα’’ του με πολλούς ενδιαφέροντες χαρακτήρες (ακόμη και στο ραδιόφωνο ξεχωρίζει αυτός της Πιλάρ) και ένα δολοφόνο που πρέπει να αποκαλύψει Χριστουγεννιάτικα! Οι βετεράνοι αναγνώστες ξέρουν ότι η Κρίστι συνήθως εμπνέεται από δολοφόνους σε κλειδωμένα δωμάτια ή από φόνους που γίνονται σε οικογενειακές επανασυνδέσεις! Στο συγκεκριμένο βιβλίο συνδυάζει και τα δύο! Εξαιρετικό το σημείο όπου ακούγονται οι κραυγές του Λι από το κλειδωμένο δωμάτιο του και όταν ανοίγουν οι πόρτες ανακαλύπτουν το πτώμα του παρότι τα πάντα στο χώρο είναι απείραχτα και το κλειδί στη θέση του.
Οσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο (γράφτηκε το 1940) δεν θα ξεχάσουν ποτέ τη λύση του μυστηρίου αλλά και το ότι δεν κατόρθωσαν να φτάσουν εκεί πριν τον…Πουαρό! Η Κρίστι χειριζόταν έξυπνα και καλά το παιχνίδι να παραθέτει όλα τα στοιχεία αλλά οδηγεί τον αναγνώστη (και επί του προκειμένου) τον ακροατή μακριά από τις καθοριστικές λεπτομέρειες για την τελική λύση. Στην εξέλιξη της υπόθεσης τα στοιχεία είναι τόσα πολλά που συνήθως δημιουργούνται δεκάδες πιθανές θεωρίες για τον ένοχο αλλά στο τέλος γίνεται αντιληπτό ότι άξιζε τον κόπο η αναμονή και το…μπέρδεμα. Το βιβλίο αποδεικνύεται ιδανικό για ραδιοφωνική μεταφορά καθώς βασίζεται πολύ στους διάλογους και όχι στις περιγραφές τοπίων ή καταστάσεων. Ακόμη και αυτοί που το έχουν διαβάσει και ξέρουν το τέλος θα απολαύσουν –νομίζω- την ακουστική- ραδιοφωνική του βερσιόν με τις άψογες βρετανικές προφορές των ηθοποιών.

Tuesday, June 05, 2007

 

Κινέζικα κουτιά άνευ περιεχομένου


Κατ΄ αρχήν και πριν μπούμε στην ουσία του θέματος να ξεκαθαρίσω ότι η Σώτη Τριανταφύλλου έγινε αιτία και αφορμή πριν από αρκετά χρόνια (άνω της δεκαετίας) να πιστέψω ότι υπήρχε νέα δυναμική στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας και να αφοσιωθώ αναγνωστικά τόσο στη δική της γενιά δημιουργών, όσο και στους νεότερους. Όχι με αφορμή το Εργοστάσιο των μολυβιών το οποίο κριτικοί και αναγνωστικό κοινό θεωρούν το αριστούργημα της αλλά με αφετηρία ένα λιγότερο γνωστό βιβλίο της. Τον Υπόγειο Ουρανό που μαζί με το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης θεωρώ ότι είναι οι κορυφαίες στιγμές της δημιουργικά και συγγραφικά. Και είναι αληθινά κρίμα που τα δύο αυτά βιβλία βγήκαν από ελληνίδα. Αν είχαν εκδοθεί στη Βρετανία ή τις ΗΠΑ ή σε κάποια αγγλόφωνη χώρα τέλος πάντων θα είχαν τύχει δεκάδων βραβεύσεων. Το Εργοστάσιο των Μολυβιών που ουσιαστικά σήμανε την έναρξη της ’’φουλ εμπορικής’’ περιόδου για την κυρία Τριανταφύλλου νομίζω ότι ήταν και η κορυφή του λόφου για τη δημιουργικότητά της. Από εκεί και πέρα ξεκίνησε μια ανεπαίσθητη πτώση στις ιδέες και τα βιβλία της και μια αντίστροφα ανοδική πορεία στις πωλήσεις. Έτσι φτάσαμε στο σημείο το μελό της Φτωχής Μαργκό, η εξεζητημένη (για τα ελληνικά δεδομένα) Συγχώρεση, το αδιάφορο Άλμπατρος να είναι μήνες στα ευπώλητα εκεί δηλαδή που θα έπρεπε να είναι….χρόνια ο Υπόγειος Ουρανός! Το τελευταίο της βιβλίο είναι τρανή απόδειξη ότι η κ.Τριανταφύλλου ’’ζει τον μύθο της’’ ή αμερικανιστί living her hype!
Τα Κινέζικα κουτιά έχουν ξεπεράσει τις 25.000 (πουλημένα) αντίτυπα, είναι εδώ και 4-5 μήνες σε όλες τις λίστες ευπώλητων και διαβάζοντας το αναζητάω και δεν βρίσκω το…γιατί! Η Σώτη όπως και ο Ραπτόπουλος ή ο Χωμενίδης είναι κουρασμένη και η υπερ-παραγωγή (αν μετράω σωστά 20 βιβλία σε 15-16 χρόνια) δεν διευκολύνει (νομίζω) την κατάσταση. Το βιβλίο μοιάζει με τις συνήθειες του κεντρικού χαρακτήρα του ντεντέκτιβ Μαλόουν. Με μόνιμο πρόβλημα αϋπνίας σχεδόν υπνοβατεί, ενώ γύρω του οι εποχές αλλάζουν και κάτι μένει σταθερό στη Νέα Υόρκη. Η δράση ενός serial killer που σπέρνει πτώματα οδηγώντας σε απόλυτο αδιέξοδο τις έρευνες της αστυνομίας και τελικά και την ίδια τη συγγραφέα αφού το βιβλίο τελειώνει χωρίς τη λύση του μυστηρίου για να επιβεβαιώσει με αφελή τρόπο τον τίτλο και τη σημασία των Κινέζικων κουτιών.
Οι κριτικοί διχάστηκαν αν πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα (με τη βοήθεια της ίδιας της συγγραφέως κατέληξαν στο…όχι), ότι είναι μια νουάρ φιλοσοφική αναζήτηση, ότι…ότι…Τους δικαιολογώ. Η γραφή της Σώτης παραμένει τόσο καλή, συμπαγής, με προσωπικό ύφος και στιλ ώστε ακόμη και όταν δεν είναι στο φόρτε της μπερδεύει και τους ειδικούς! Φυσικά διάβασα και διάφορες εκτός θέματος αναφορές όπως ότι περιγράφει άριστα τη σύγχρονη αμερικάνικη πραγματικότητα ή ότι οι περιγραφές της Νέας Υόρκης είναι…φουτουριστικές! Στην πραγματικότητα, η Σώτη περιγράφει τη Νέα Υόρκη στην προ Τζουλιάνι εποχή, αφού τα χαρακτηριστικά της πόλης, οι συνήθειες, οι περιοχές αλλά και τα ίχνη της εγκληματικότητας μοιάζουν με ότι συνέβαινε εκεί μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Μετά τη 9-11 ο κόσμος είναι πια τόσο σφιγμένος που η Νέα Υόρκη είναι μια άλλη πόλη. Ανεξάρτητα, από το χρονικό πλαίσιο οι περιγραφές της Τσάινατάουν, της Hell’s Kitchhen, του Μανχάταν αλλά και των διαφόρων χαρακτήρων, η ατμόσφαιρα που αποπνέει από τις σελίδες του βιβλίου, είναι ο λόγος που η όλη προσπάθεια διασώζεται! Όσο και όπως διασώζεται….Η προσπάθεια της για μια ακόμη φορά να δείξει την πίσω πλευρά του αμερικάνικου ονείρου αποδεικνύεται ατυχής. Πρώτον γιατί δεν μπορεί να την περιγράψει καλύτερα απ΄ ότι στον Υπόγειο Ουρανό και δεύτερον γιατί το αμερικάνικο όνειρο υπάρχει μόνο ως όρος για τους διαμένοντες εκτός Αμερικής. Στην Αμερική του Μπους αυτό έχει πάψει να υφίσταται και ως…ανέκδοτο! Η προσπάθεια της να περάσει πολιτικές αναφορές (ειδικά μέσω των σημείων που γράφει για το Βιετνάμ) χάνεται μέσα στο σύνολο. Και το έχει κάνει πολύ καλύτερα στο Εργοστάσιο των μολυβιών ή σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης στη Συγχώρεση. Το ερωτικό κομμάτι περιλαμβάνει ένα ντέντεκτιβ με εμμονές για την πρώην σύζυγό του και μια γραμματέα που πέφτει στα νύχια ενός (πιθανώς) ρατσιστή φασίστα και στα σεντόνια φτηνών μοτέλ. Δεν μ’ ενοχλεί σε αντίθεση με πολλούς ότι η πλειοψηφία των βιβλίων της Σώτης (πάνω από τα μισά) αναφέρονται στην αμερικάνικη κοινωνία. Κάθε άλλο αφού τη γνωρίζει και την περιγράφει (συνήθως) καλά. Δεν τη θεωρώ…παγκοσμιοποιημένη ή ξενομανή ή κοσμοπολίτισσα αλλά μια συγγραφέα που γράφει για όσα έχει δει, ξέρει καλά και έχει ζήσει και δεν χρειάζεται άλλοθι πλέον για να το κάνει. Όταν αγοράζεις ένα βιβλίο της ξέρεις τι σε περιμένει και δεν είσαι ανυποψίαστος. Σε τελική ανάλυση οι φερώνυμοι κριτικοί μας δεν διαμαρτύρονται συνεχώς ότι οι περισσότεροι έλληνες συγγραφείς καταναλώνονται στο τρίγωνο Ομόνοια- Κολωνάκι-Σύνταγμα; Απλά, δεν μου άρεσε το βιβλίο της. Τίποτε παραπάνω, τίποτε λιγότερο αφού έβαλε στο μίξερ λίγο από…Τσάντλερ, ένα ήρωα στιλ Φίλιπ Μάρλοου και ολίγο από φιλοσοφία ’’δρόμου’’ (μπίτνικ και Κέρουακ) με ατυχές τελικό αποτέλεσμα. Έγραψα λίγο πιο πάνω ότι αριστεύει στις περιγραφές και την ατμόσφαιρα της Νέας Υόρκης. Το ίδιο καλά είναι τα κομμάτια που αναφέρονται στον Αμερικάνικο Νότο και στις ρατσιστικές-φασιστικές οργανώσεις που ακόμη κυριαρχούν στις περιοχές. Και αυτές είναι διαχρονικές γιατί όπως στην Ιντιανάπολη του Υπόγειου ουρανού έτσι και στη Νεμπράσκα των Κινέζικων κουτιών ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει στην αμερικάνικη επαρχία τα τελευταία είκοσι χρόνια. Στη συγγραφέα Σώτη Τριανταφύλλου ως αναγνώστης συνεχίζω να πιστεύω και θα την (παρ)ακολουθήσω αναγνωστικά ελπίζοντας ότι τα δικά της Κινέζικα κουτιά, η δική της συγγραφική μπαμπούσκα θα βγάλει στο τέλος κάτι που θα μου θυμίζει τη Σώτη της περασμένης δεκαετίας.



Βαθμολογία: 5,5

Sunday, June 03, 2007

 

Ξεφ(τ)υλλίζοντας...part 93

Μάλλον αδιάφορη Κυριακή όσον αφορά τα λογοτεχνικά δημοσιεύματα του τύπου. Ξεχώρισα μια ενδιαφέρουσα σελίδα στο περιοδικό της Ελευθεροτυπίας όπου πληροφορηθήκαμε (επιτέλους έγινε και αυτό) την έκδοση του πρώτου βιβλίου (το θρυλικό V) του Thοmas Pynchon και σε ελληνική μετάφραση. Και τις ομολογουμένως πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις του μεταφραστή-ήρωα που παλεύει με το λογοτεχνικό....θηρίο του Πίντσον.Το όνομα του Προκόπης Προκοπίδης. Όπως φαίνεται και οι εφημερίδες ’’ξεκουράζονται’’ για να μας παρουσιάσουν μαζικά τις καλοκαιρινές κυκλοφορίες και δεν αλίευσα κάτι άλλο ενδιαφέρον ξεφυλλίζοντας τον τύπο πέραν των συνηθισμένων κριτικών ή στηλών. Από το Έθνος και τη συνέντευξη της Ιουστίνης Φραγκούλη πληροφορήθηκα ότι μια…παρεξήγηση (πίστευα ότι είχε λυθεί μάλιστα) μαζί μου έγινε αιτία να ανοίξει το μπλόγκ της. ΄΄Στο μπλογκ του Reader’s Diggest΄΄, είπε η κυρία Φραγκούλη ’’βγήκε το βιβλίο μου πρώτο στην ψηφοφορία του Δεκεμβρίου και κατηγορήθηκε ως ροζ. Αποφάσισα να επέμβω για να διορθώσω τις εντυπώσεις. Έτσι έγινα βιβλιόφιλη μπλόγκερ’’. Και έτσι όχι μόνο, συμπληρώνω, υπάρχει ένα ακόμη ενδιαφέρον μπλογκ αλλά και μια φανατική, όπως δηλώνει, πιο κάτω στην ίδια συνέντευξη, αναγνώστρια των βιβλιοφιλικών μπλογκς. Αν είναι από τέτοιου είδους παρεξηγήσεις να προκύπτουν όμορφα αποτελέσματα ας…παρεξηγιόμαστε κάθε μέρα.
- Τέλος στην ψηφοφορία του Μαρτίου για τα καλύτερα βιβλία του μήνα. Για δεύτερη φορά τους πρώτους τρεις μήνες της χρονιάς η ’’Ιερή παγίδα’’ της Λείας Βιτάλη πρώτευσε συγκεντρώνοντας 45 ψήφους. Την ακολούθησε με 33 ψήφους η Πέρσα Κουμούτση με το βιβλίο της ’’Δυτικά του Νείλου’’, που φαίνεται να έχει σταθερά και μόνιμα πολλές συμπάθειες μεταξύ των επισκεπτών του μπλογκ. Τρίτος με 29 ψήφους ο Θάνατος του Ζορμπά η καινούργια δουλειά του Φίλιππου Φιλίππου και την πρώτη πεντάδα συμπλήρωσαν με 27 ψήφους το ’’Γειά σου τηλεόραση’’ του Αλέξανδρου Ασωνίτη (θα γράψω προσεχώς για το συγκεκριμένο βιβλίο αφού είναι απ΄ αυτά που έχω διαβάσει και δεν έχω αναφερθεί δημόσια) και με 25 η σταθερή αξία για τους βιβλιόφιλους μπλόγκερς ’’Αμερικάνικη Φούγκα’’ του Αλέξη Σταμάτη. Ηδη, υπάρχουν οι δύο λίστες με τα υποψήφια καλύτερα βιβλία του Απριλίου. Συνολικά 31 βιβλία διεκδικούν την ψήφο σας. Θυμίζω ότι στο τέλος της χρονιάς το άθροισμα του συνόλου των ψηφοφοριών (ήδη τους τρεις πρώτους μήνες της χρονιάς το δείγμα έχει ξεπεράσει τις 1200 ψήφους) θα αναδείξει και το καλύτερο βιβλίο του 2007 σύμφωνα με τις επιλογές των επισκεπτών του μπλογκ.

Thursday, May 31, 2007

 

10 Q. and A. με τον....Νίκο Βλαντή

Πριν από λίγες μέρες προστέθηκε στο μπλογκ με τη μορφή podcast το απόσπασμα μιας short story του Stephen King. Ήδη, υπάρχουν έτοιμα μερικά ακόμη πολύ ενδιαφέροντα (θέλω να πιστεύω) ολοκληρωμένα ηχητικά θέματα και περιμένουν τη σειρά τους. Ταυτόχρονα υποσχέθηκα, μερικές μικρές αλλαγές-προσθήκες στο blog που θα πλαισιώσουν τα ήδη υπάρχοντα (κριτικές βιβλίων, ειδήσεις, παρουσιάσεις νέων εκδόσεων κλπ.) και τη μόνιμη θεματολογία του ιστολογίου τους 18 μήνες της ύπαρξης του. Το νέο αυτό κομμάτι του blog είναι οι συνεντεύξεις ανθρώπων που σχετίζονται με τη λογοτεχνία (συγγραφείς κυρίως αλλά και εκδότες, κριτικοί κλπ.) που θα ανεβαίνουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο ιστολόγιο της ελληνικής λογοτεχνίας. Οι συνεντεύξεις βασίζονται σε ένα ερωτηματολόγιο όχι συγκεκριμένο και μόνιμο αλλά διαφορετικό για τον κάθε ερωτώμενο (διατηρείται μόνο ο σταθερός αριθμός των δέκα ερωτήσεων-απαντήσεων) και ο λόγος περνάει κυρίως (για να μην πω αποκλειστικά) σε συγγραφείς που δεν έχουν blog (όσοι δηλώνουν παρουσία στον ιστολογικό χώρο έχουν φωνή και χώρο έκθεσης των απόψεων τους). Και είναι ευκαιρία με δέκα απλές ερωτήσεις για τη δουλειά τους, να μάθουμε περισσότερα γι’ αυτούς σε μια ελεύθερη συζήτηση αλλά και να παρουσιαστεί συνολικά το έργο τους (όπου αυτό είναι εφικτό για τεχνικούς λόγους). Ήδη, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου έχουν αποδεχθεί την πρόσκληση του blog και έχουν στείλει τις απαντήσεις τους πέντε συγγραφείς και σε άλλους πέντε έχει αποσταλεί το σχετικό ερωτηματολόγιο αφού απάντησαν θετικά στη σχετική... ενόχλησή μου. Φυσικά, είναι σε γνώση τους ότι οι επισκέπτες του μπλογκ έχουν δικαίωμα να σχολιάσουν τα λεγόμενα τους, όπως και δικαίωμα των συγγραφέων είναι εάν και εφόσον το θέλουν να απαντήσουν. Εννοείται ότι τυχόν υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται πάραυτα από τη διαχείριση. Αρχή στις συζητήσεις με τον Νίκο Βλαντή που πέρσι διακρίθηκε και κρίθηκε θετικά για την έκδοση του Writersland, το νησί των συγγραφέων ενώ πρόσφατα ξεκίνησε μια νέα, εντελώς διαφορετική προσπάθεια, τον εκδοτικό οίκο Magic Box. Σχετικά με τα πρώτα βιβλία που κυκλοφόρησαν υπάρχει ένα άκρως κατατοπιστικό ποστ στο ιστολόγιο του Δημήτρη Μαμαλούκα (http://www.mamaloukas.blogspot.com/).



– Αλκιβιάδης Δεσμώτης, Writersland… Απομένει κάτι για να συμπληρωθεί μια τριλογία. Τι να περιμένουμε στο τελευταίο κομμάτι της;

- Κατ’ αρχάς, είναι μακρινό σχέδιο. Άλλωστε, από τον Αλκιβιάδη Δεσμώτη μέχρι τη Writersland πέρασαν έξι χρόνια. Προς το παρόν, υπάρχει η αρχική ιδέα: το τρίτο μέρος της τριλογίας θα διαδραματίζεται κι αυτό σε μελλοντολογικό πλαίσιο. Θα σκιαγραφείται μια κοινωνία νεοπρωτόγονη, με θέσμιση θρησκευτική. Στην ιστορία θα πρωταγωνιστεί ένας – κατά λάθος – επαναστάτης, φυσικά ονόματι Αλκιβιάδης, ο οποίος θα εφεύρει μια τεχνολογία που θα θέτει σε αμφισβήτηση την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Το βιβλίο το οραματίζομαι σαν ένα μελλοντολογικό Όνομα του Ρόδου.

– Έχει ειπωθεί ότι κάθε συγγραφέας γράφει στην ουσία σε όλη του τη ζωή το «ίδιο βιβλίο». Έχετε αποκρυπτογραφήσει και κωδικοποιήσει τις δικές σας συγγραφικές εμμονές;


- Νομίζω πως είναι δύσκολο – σχεδόν αδύνατο – για έναν συγγραφέα να καταλάβει τι λένε τα βιβλία του για τον ίδιο. Αμφιβάλλω πάντως πως ξαναγράφω διαρκώς το ίδιο βιβλίο. Έχω την αίσθηση πως τα βιβλία μου είναι ζωές που αφήνω ή άφησα πίσω μου.

Τα τελευταία σας βιβλία έχουν έντονη μελλοντολογική θεματολογία και ειδικές αναφορές στην τεχνολογία ή στο διαδίκτυο. Είναι αποτέλεσμα επιρροών από την επιστημονική φαντασία ή προσωπικών ενδιαφερόντων και προβληματισμού για την «επόμενη μέρα» της εξέλιξης;

- Σημείο εκκίνησης των βιβλίων αποτέλεσε το επιστημονικό και φιλοσοφικό ερώτημα: ποιο είναι το μέλλον της Δύσης; Πώς θα τελειώσει όλο αυτό το μπάχαλο; Κατά δεύτερο λόγο, σαφώς έπαιξαν ρόλο και προσωπικά βιώματα: η καταβύθισή μου στο Ίντερνετ και τα βίντεο γκέιμς, η ενοχή για την έλλειψη ιδεολογίας που χαρακτηρίζει τη γενιά μου και την κληρονόμησα… Έγραψα βιβλία που φλερτάρουν με το είδος «επιστημονική φαντασία» χωρίς να είμαι φαν του. Δεν είχα π.χ. πρότυπο να γράψω μία μυθιστορηματική δυστοπία όταν έγραψα το Writersland· είχα μεν διαβάσει βιβλία όπως το Θαυμαστός Νέος Κόσμος του Χάξλεϋ, το 1984 του Όργουελ κτλ., αλλά δεν ήταν από τα αγαπημένα μου, ούτε συγγραφική μου εμμονή ή πρόθεση να συνομιλήσω μ’ αυτά. Όσο για τον Μπάρτλεμπυ τον Κομπιουτερά, προέκυψε από τη σαγήνη που μου έχει ασκήσει ο Μπάρτλεμπυ ο Γραφιάς.


– Στο Writersland διαλέξατε ως βασικό κομμάτι της αφήγησης τη χρήση λογοτεχνικών σωσιών. Η σκιαγράφηση των χαρακτήρων έγινε με βάση την προσωπική σας οπτική γωνία σε κάθε ένα λογοτέχνη, αποτελεί προϊόν έρευνας ή απλά και μόνο αποτελούν δημιούργημα της φαντασίας σας με βάση τις δημιουργίες τους; «Αδικήσατε» ενδεχομένως κάποιον με τον χαρακτήρα που διαλέξατε να πάρει;

- Πολύ πιθανόν κάποιος αναγνώστης να εισπράττει ότι αδίκησα κάποιον αγαπημένο του συγγραφέα, ότι τον παρουσίασα π.χ. υποτιμητικά. Πρόθεσή μου ήταν να τους αποδώσω με τρόπο υποκειμενικό. Αφενός είχα διαβάσει βιβλία όλων των συγγραφέων που ζωντάνεψα στο βιβλίο μου, και βιογραφίες αρκετών τους. Αφετέρου είχα αποκομίσει μια υποκειμενική αίσθηση γι’ αυτούς ως δυνάμει χαρακτήρες, την οποία θέλησα να μεταφέρω στο βιβλίο. Πιστεύω ακράδαντα στην υποκειμενικότητα της λογοτεχνίας. Στο επόμενό μου βιβλίο π.χ., που θα εκδοθεί από τον Κέδρο το πρώτο εξάμηνο του 2008, ζωντανεύουν μυθιστορηματικοί χαρακτήρες από γνωστά βιβλία (είναι ένα «παιχνίδι» αντιδιαμετρικό της Writersland). Για να τους αποδώσω, δεν χρησιμοποιώ αποσπάσματα από τα βιβλία στα οποία πρωταγωνιστούν πρωτογενώς, αλλά την υποκειμενική αίσθησή μου γι’ αυτούς. Έχω «αδικήσει» κάποιον ή όχι; Νομίζω πως είναι το γενικότερο ρίσκο της λογοτεχνίας: ο λογοτέχνης οφείλει και εκφέρει άποψη, αλλιώς ας γράψει δοκίμιο με αναφορές.

– Μια ελάχιστα προβεβλημένη δουλειά σας www.tospitimas.gr αποτέλεσε μια μικρή προφητεία για τα reality πριν τον ερχομό τους στην Ελλάδα. Ήταν μια δουλειά όντως μπροστά από την εποχή της ή οι έλληνες αναγνώστες δεν ήταν έτοιμοι να δεχτούν κάτι τέτοιο και τους φαινόταν «ξένο»;

- Περίεργο που το αναφέρετε… Τελευταία, συζητιέται αρκετά σε στενό μου κύκλο το συγκεκριμένο βιβλίο και η όποια «διαχρονικότητά» του. Έχει γραφτεί σενάριο βασισμένο στο βιβλίο από έναν σκηνοθέτη. Μια εταιρία παραγωγής έχει αναλάβει να το γυρίσει σε ταινία. Εκ των υστέρων, έχω την εντύπωση ότι το βιβλίο ήταν πράγματι κάπως «πρώιμο», αν αναλογιστούμε ότι είχε τίτλο που αναφερόταν απευθείας σε website, σε μια εποχή που το Ίντερνετ δεν ήταν τόσο διαδεδομένο όσο σήμερα, δεν είχαν γίνει ακόμη αντιληπτές οι εμπορικές (βλ. η οικονομία «dot com») και οι επικοινωνιακές (βλ. blogging) του δυνατότητες.

– Για ένα μεγάλο διάστημα ήσαστε διευθυντής του Index, ενός λογοτεχνικού free press περιοδικού. Αποχωρήσατε γιατί δεν βλέπατε μέλλον στην προσπάθεια ή γιατί θέλατε να πάρει άλλη ρότα η διαδρομή σας και να στραφείτε σε άλλες κατευθύνσεις;

- Θέλησα να αφοσιωθώ σε ένα νέο εγχείρημα, τη διεύθυνση ενός εκδοτικού οίκου (Το Μαγικό Κουτί). Βαθμηδόν, άρχισα να εκλαμβάνω ως ασύμβατο το ρόλο διευθυντή λογοτεχνικού περιοδικού και συγγραφέα (σε σχέση με τη δουλειά επιμελητή, μεταφραστή, εκδότη βιβλίων). Αποκόμισα την αίσθηση πως είχα πλέον εκτιμήσει τα όρια που είχε το δυναμικό της ιδέας με την οποία ξεκίνησε το περιοδικό, που αποτελούσε και το κυριότερο κίνητρο για να συνεχίσω. Αποχώρησα αρμονικά, χωρίς να προκαλέσω πρόβλημα στη λειτουργία του.

– Τα βιβλία σας έχουν έντονο «ονειρικό χαρακτήρα». Μοιάζουν ορισμένα κομμάτια τους σαν διήγηση ενός ονείρου ή ενός εφιάλτη. Είναι όντως έτσι, έχετε δει κάτι από όλα αυτά στον ύπνο σας ή είναι αποτέλεσμα μιας γόνιμης φαντασίας;
- Πολύ εύστοχη παρατήρηση. Πράγματι, γράφω βιβλία ξεθάβοντας όνειρα. Η Writersland π.χ. προέκυψε από ένα όνειρο που είδα κατά την παραμονή μου σε νησί, όπου γινόταν μια συνάντηση συγγραφέων. Ήταν μια στατική εικόνα, μια ελαιογραφία σε καμβά, η χώρα των συγγραφέων όπως φαίνεται από τη θάλασσα. Έγραψα το βιβλίο για να ερμηνεύσω αυτή την εικόνα, να της δώσω κίνηση, ζωή. Το επόμενο βιβλίο μου δε, πηγάζει απευθείας από όνειρο. Περίπου το ένα τρίτο του είναι αφήγηση ονείρου, ενώ το υπόλοιπο είναι μυθιστορηματική εξερεύνηση της συνέχειάς του. Όσο μεγαλώνω εντείνεται η επαφή μου με τον ονειρικό κόσμο. Περίεργο: σαν να επιστρέφω βαθμηδόν στην πρωταρχική μου συνείδηση, στο ανόθευτο ασυνείδητο, εκεί που άρχισαν όλα. Σαν να επανακτώ ανεμπόδιστη πια επαφή με τον ονειρικό κόσμο και τον κόσμο των καθαρών ιστοριών· επαφή που είχα όταν ήμουν παιδί.
– Είναι πιθανό να ζήσουμε και πότε τον «θάνατο του χάρτινου βιβλίου» και την μεταφορά της λογοτεχνίας στο διαδίκτυο όπως ακριβώς περιγράφεται στο Writersland;
- Δεν το βλέπω πιθανό για το προσεχές μέλλον. Έχει παραβλεφθεί απ’ όσους βιάστηκαν να αναγγείλουν το τέλος της τυπογραφίας εξαιτίας των e-books και των ηλεκτρονικών εκδόσεων των εφημερίδων: Τα βιβλία δεν είναι απλά λέξεις. Είναι τυπωμένο χαρτί που αντιστέκεται στη λήθη, ασκούν ακαταμάχητη γοητεία σε βιβλιόφιλους και δυνάμει νέο αναγνωστικό κοινό. Αν και μάλλον δεν γίνεται απολύτως σαφές στον αναγνώστη, στο Writersland, η καταφυγή των λογοτεχνών στο διαδίκτυο δεν οφείλεται μόνο σε απαξίωση του χάρτινου βιβλίου αλλά στην κατάρρευση των υποδομών και των κοινωνικών δομών. Σε έναν μελλοντικό κόσμο με περιορισμένες φυσικές πηγές, που αντιμετωπίζει πρόβλημα υποσιτισμού, ήτοι η παραγωγή τροφής/ ανά κάτοικο δεν επαρκεί, η παραγωγή χαρτοπολτού συνιστά απλώς μια άχρηστη πολυτέλεια. Πόσω μάλλον τη στιγμή που η ανώτερη τάξη έχει τη δυνατότητα της ψηφιακής αναπαράστασης λογοτεχνικών και κινηματογραφικών έργων…

– Το Νησί των συγγραφέων ήταν μια πολιτική, κοινωνική ή πολιτισμική ουτοπία; Ή τίποτε από όλα αυτά; Τι θα μπορούσε να είναι το αντίστοιχό του στο σήμερα, ποια μορφή κοινωνίας;
- Η κοινωνία που περιγράφεται στο βιβλίο, τόσο στο νησί ή αλλιώς νησίδα της πνευματικής ελίτ, όσο και εκτός του νησιού, ήτοι ο κοινωνικός του περίγυρος, αντιστοιχίζεται απευθείας με τη σημερινή δυτική κοινωνία. Αυτός ήταν άλλωστε και ο στόχος: κάποια χαρακτηριστικά της σημερινής κοινωνίας να διογκωθούν, κάποιες σημερινές τάσεις να προβληθούν στο μέλλον, ώστε να προκύψει ένας καθρέπτης του σήμερα, η μυθιστορηματική εικόνα ενός πιθανού μέλλοντος, να εκφραστεί μια ανησυχία καθ’ αυτό πολιτική για το πού πάει το πράγμα, αν δεν αλλάξουν οι σημερινές συνθήκες.










– Μιλήστε μας για τη νέα σας προσπάθεια το Magic Box….
- Το «Μαγικό Κουτί» είναι μια νεοσύστατη εταιρεία με αντικείμενο την έκδοση βιβλίων, που φιλοδοξεί να καθιερωθεί, μέσα από το έργο της, στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού και των κριτικών, ως εκδοτικός οίκος. Βιβλίο με βιβλίο, θα προσπαθήσουμε να εκφράσουμε μια ιδεολογία. Να στοιχειοθετήσουμε τους ακρογωνιαίους λίθους μιας – το δυνατόν – καθολικής θέσης για τη ζωή και τον κόσμο, για τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό, τη σχέση του με την Ανατολή, για τα θεμελιώδη φιλοσοφικά ερωτήματα, και κυρίως για τον σημερινό άνθρωπο απέναντι σε όλα αυτά, με αναντικατάστατο όπλο την ανάγνωση. Τα βιβλία-Μαγικό Κουτί φιλοδοξούμε να χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη αισθητική, θεματολογία, τρόπο γραφής… Βιβλία που θα συνδυάζουν τη ζωντάνια της λογοτεχνίας με τη συστηματικότητα της επιστημονικής έρευνας. Μυθιστορήματα από το παρελθόν, που πιστεύουμε πως πρέπει να ξαναέρθουν στο προσκήνιο. Μυθιστορήματα από το παρόν, που διαισθανόμαστε ότι προδιαγράφουν το μέλλον. Όμως, καλύτερα να μιλήσουν τα ίδια τα βιβλία· όχι εγώ (ήδη κυκλοφορούν τα δύο πρώτα). Επισκεφτείτε, αν θέλετε, το www.themagicbox.gr για να τα δείτε…

Monday, May 28, 2007

 

Εκαψε βιβλία ως ύστατη διαμαρτυρία!

H είδηση μοιάζει απίστευτη αλλά είναι αληθινή και την δημοσιοποίησε λίγο μετά τα μεσάνυχτα το Assosiated Press. Ένας βιβλιοπώλης στο Κάνσας Σίτι των ΗΠΑ έκαψε χθες χιλιάδες βιβλία σε ένδειξη διαμαρτυρίας! Ο Τομ Γουέιν είχε εδώ και μια δεκαετία ένα κατάστημα με μεταχειρισμένα βιβλία με τον τίτλο Prospero's Books. Στη συλλογή του υπήρχαν κλασικά και σύγχρονα μπεστ σέλερ αλλά και σπάνιοι τίτλοι όπως ένα ντοκουμέντο από την 4η Παναμερικανική Διάσκεψη του Μπουένος Αϊρες που χρονολογείται από το 1910. Όταν θέλησε να ’’αδειάσει’’ τις αποθήκες του ανακάλυψε ότι δεν μπορούσε όχι απλά να πουλήσει κάποια βιβλία αλλά δεν τα δέχονταν ούτε καν σαν δωρεά βιβλιοθήκες με τη δικαιολογία ότι είναι γεμάτες. Και σε ένδειξη διαμαρτυρίας για μια κοινωνία που δεν υποστηρίζει την έντυπη λογοτεχνία την Κυριακή άρχισε δημόσια να καίει βιβλία! ’’Αυτή είναι μια επικήδεια πυρά για τα Αμερικάνικα πιστεύω’’, είπε στους θεατές που συγκεντρώθηκαν έξω από το βιβλιοπωλείο του όταν άρχισε να πετάει στη φωτιά βιβλία.
’Εκαιγε βιβλία για περίπου πενήντα λεπτά πριν εμφανιστεί η πυροσβεστική και σβήσει τη φωτιά με τη δικαιολογία ότι δεν είχε πάρει τη σχετική άδεια! Ο Γουέιν ανακοίνωσε ότι θα πάρει άδεια και θα συνεχίσει μέχρι να κάψει περίπου 20.000 βιβλία. Ο Γουέιν, επίσης δήλωσε ότι τα τελευταία χρόνια η πελατεία του μειώνεται σταδιακά λόγω της τηλεόρασης και του διαδικτύου και επικαλέσθηκε τις σχετικές έρευνες στις Ηνωμένες Πολιτείες που αναφέρουν ότι από το 2002 και μετά λιγότεροι από τους μισούς ενήλικες της χώρας διαβάζουν για ευχαρίστηση, ποσοστό που πριν από μια εικοσαετία ήταν στα επίπεδα του 57%! Αν δηλαδή ζούσε στην Ελλάδα και έβλεπε το θλιβερό 8-9% που ανακοίνωσε το Ε.ΚΕ.ΒΙ. για τη χώρα μας θα είχε πέσει και ο ίδιος στην πυρά για να καεί μαζί με τα βιβλία του. Η κίνηση απόγνωσης του βιβλιοπώλη ευαισθητοποίησε ορισμένους βιβλιόφιλους που έσπευσαν να αγοράσουν την ύστατη στιγμή βιβλία αλλά τελικά την καταστροφή δεν τη γλίτωσαν τα περισσότερα…
Δεν τολμώ καν να σχολιάσω την είδηση αφού όπως φαίνεται έχει ξεκινήσει παντού στον πλανήτη πνευματικός-λογοτεχνικός μεσαίωνας. Δεν βάζω…ιδέες αλλά μεταξύ σοβαρού και αστείου θα πρότεινα ως κίνηση αφύπνισης της κοινής γνώμης (θα δουν φωτιά και θα τρέξουν και τα κανάλια) την συμβολική καύση ενός βιβλίου στο σύνταγμα από κάθε ένα εκδότη ή βιβλιοπώλη. Διότι αν συμβαίνουν αυτά σε μια χώρα που διαβάζει το 50% του ενήλικου πληθυσμού τότε η δική μας κατάσταση είναι περίπου….δραματική και δεν το έχουμε πάρει είδηση ακόμη αποχαυνωμένοι στον καναπέ απέναντι από τις plasma συσκευές και τις ασώματες κεφαλές των τηλε-αστέρων μας.

 

Ξεφ(τ)υλλίζοντας...part 92

Προφανώς τα blues της Μυκόνου η νέα δουλειά της Παυλίνας Νάσιουτζικ δεν…περπατάει στην αγορά και μπήκε το βαρύ πυροβολικό στο παιχνίδι. Στο Κυριακάτικο Θέμα υπήρχαν δύο σελίδες όπου η συγγραφέας συμβαδίζοντας πλέον με τη λογική ότι ’’οι αληθινές ιστορίες πουλάνε’’ επιβεβαιώνει αυτό που γράφει στο οπισθόφυλλο! Φυσικά, η εφημερίδα χωρίς να ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνική ουσία του θέματος παίρνει τα πιο…σκανδαλιστικά κομμάτια του βιβλίου, τις καλύτερες σεξουαλικές αναφορές και τις αναδημοσιεύει στέλνοντας ως πρόβατα το ανυποψίαστο κοινό του, ειδικευμένο στο….life style, στα βιβλιοπωλεία. Η συγγραφέας σεμνά και ταπεινά αρκείται να δηλώσει ότι το βιβλίο ενόχλησε πολλούς και κατηγορεί τους…κριτικούς που το πολέμησαν και ότι περίπου το έκαναν γιατί θίγει επώνυμους! Εντάξει, οι κριτικοί αδίκησαν το μεγαλύτερο λογοτεχνικό αριστούργημα της χρονιάς αφιερώνοντας του αρνητικά μεν σχόλια επιπέδου δύο σελίδων τη φορά!!! Πάει θα τρελαθούμε εντελώς… Επίσης, αφήνει με την τακτική του…no comment, ούτε διαψεύδω, ούτε επιβεβαιώνω να αιωρείται στην ατμόσφαιρα η φήμη ότι έχει δεχτεί και μηνύσεις από επώνυμους που είδαν τη…ζωή τους να ξεδιπλώνεται στις σελίδες του βιβλίου. Και το επόμενο βήμα, είπαμε, Αράχοβα hard rock.
Στην ίδια εφημερίδα και ευτυχώς σε άλλο χώρο (στο ένθετο για τις τέχνες) υπάρχει μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Αλέξη Σταμάτη που αποποιείται την ταμπέλα του κοσμοπολίτη. Υποστηρίζει ότι αυτή πηγάζει από μια μανία κατηγοριοποίησης. Θα έλεγα ότι ο Αλέξης ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία με την έννοια του ’’πολίτη του κόσμου’’ και όχι με την αρνητική έννοια της λέξης που σήμερα μπερδεύεται με αυτή του κοσμικού. Αλλά αυτό είναι κάτι που ο ίδιος το ξέρει και το ερμηνεύει καλύτερα.
- Έριξα από περιέργεια και μια ματιά στο ανανεωμένο φύλλο του Ελεύθερου Τύπου αφού είχαν αφήσει στο ιστολόγιο μηνύματα ότι η παρουσία του Κ. Κατσουλάρη στην εφημερίδα θα δώσει βάρος και χώρο στα θέματα του βιβλίου. Αληθές…Υπάρχουν έξι-επτά σελίδες αφιερωμένες στο βιβλίο με κριτικές, νέες κυκλοφορίες και άλλα ενδιαφέροντα. Μάθαμε, ότι ο frontman των Active Member ετοιμάζει βιβλίο με τις εμπειρίες του από ταξίδια σε όλη την Ελλάδα με μια μοτοσυκλέτα υπό τον τίτλο ’’Ονειρολόγια μοτοσικλέτας’’, Ακούγεται ενδιαφέρον αλλά θυμίζει έντονα τα Τσεγκεβαρικά ημερολόγια. Υπήρχε και ένα ενδιαφέρον άρθρο του Τ. Καμπύλη για την διαχρονική σημασία της αυτοκτονίας. Καλό αλλά με μια πολύ σημαντική παράλειψη. Δεν υπάρχει ούτε μια λέξη για τον ’’θεωρητικό της αυτοκτονίας’’ που ήταν και έλληνας. Αναφέρομαι στον Τζέισον Ξενάκη που αναγνωρίζεται από όλες τις φιλοσοφικές σχολές και τάσεις ως ο φιλόσοφος της αυτοκτονίας. Και στα προτεινόμενα επί του θέματος βιβλία δεν υπάρχει ούτε ένα από τα (λιγοστά) που πρόλαβε να εκδώσει πριν αυτοκτονήσει.
- Η Βαβέλ είναι ένα περιοδικό κόμιξ (και όχι μόνο). Την παρακολουθώ τα τελευταία είκοσι χρόνια αφού πέραν των κόμιξ τα άρθρα, τα σχόλια και οι παρεμβάσεις της είναι εξαιρετικές και με άποψη αληθινή, τεκμηριωμένη και όχι ’’δήθεν’’. Μια διαφορετική φωνή. Εδώ και μερικά χρόνια στους συνεργάτες της έχει προστεθεί και ο Κωστάκης Ανάν. Μέχρι πριν λίγο καιρό ούτε οι συντελεστές της έκδοσης του περιοδικού δεν τον γνώριζαν αφού τα χειρόγραφά του έφταναν σε ανώνυμους φακέλους. Λέγεται, ότι κάποτε άφησε το φάκελο και σε ένα κοντινό σκουπιδοτενεκέ σαν…προκήρυξη της 17ης Νοέμβρη και τους τηλεφώνησε που θα τον βρουν. Τα κείμενα του αιρετικά, δηκτικά και με μια πολύ προσωπική αίσθηση του χιούμορ για τη νεοελληνική πραγματικότητα συγκεντρώθηκαν σε ένα τόμο από τις εκδόσεις Βαβέλ με τον τίτλο ’’…και ύστερα ήρθες και μ’ έλυσες’’ (την έκδοση πληροφορήθηκα από μια αναφορά της χθεσινής ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ). Επειδή τα έχω διαβάσει μέχρι ενός συνιστώ την…περίπτωσή του σε όποιον ενδιαφέρεται για μια εναλλακτική ματιά της καθημερινότητας που ορισμένες φορές αγγίζει και το σουρεάλ. Κείμενα καταδικασμένα να προκαλέσουν και να συζητηθούν για την πρωτοτυπία τους και το αυστηρά προσωπικό στιλ.
- Άλλη μια συγγραφέας ’’μπλογκάρει’’. Παραπλεύρως θα βρείτε τη διεύθυνση του blog της Λένας Μαντά που μετά την εμπορική επιτυχία του βιβλίου της ’’Θεανώ, η λύκαινα της πόλης’’ (αν οι πληροφορίες και τα στοιχεία που γνωρίζω είναι σωστά ξεπέρασε ήδη τις 30.000 αντίτυπα και συνεχίζει) επιστρέφει με καινούργια δουλειά και με ιστολόγιο. Σύντομα, για όλους τους έλληνες συγγραφείς τα μάλλον πολυέξοδα site θα αντικατασταθούν από ιστολόγια.

Sunday, May 27, 2007

 

O Stephen King διαβάζει...Stephen King

Πριν από μερικές εβδομάδες μια συγγραφέας με την οποία ανταλλάζουμε μέιλ μου έγραψε αναφερόμενη στο blog ότι ‘’μπορεί να μην το έχεις αντιληφθεί αλλά μετά από τόσους μήνες έχεις δημιουργήσει ένα εξαιρετικό αρχείο πληροφοριών. 'Οταν χρειάζομαι κάτι, κάποιο στοιχείο για όσα έγιναν τους τελευταίους μήνες ή για κάποια έκδοση ψάχνω στο μπλογκ σου και το βρίσκω’’. Η αλήθεια είναι ότι ουδέποτε το είχα σκεφτεί και οι κουβέντες της μου έδωσαν το έναυσμα να σκεφτώ μερικούς απλούς τρόπους για να βελτιώσω ακόμη περισσότερο τον χώρο.


Από χθες, λοιπόν, αντί για τα συνηθισμένα τραγούδια οι επισκέπτες του μπλογκ έχουν τη δυνατότητα να ακούνε το πρώτο audio book που ανέβασα. Μετά από αρκετή προσπάθεια και ακόμη περισσότερο χρόνο downloading ανακάλυψα μερικά ηχητικά θέματα σχετικά με το ύφος και τα ενδιαφέροντα του ιστολογίου. Για αρχή, μια short story του Stephen King με τίτλο ‘’It grows on you’’ που πρωτο-δημοσιεύθηκε σε έντυπη μορφή το 1993 και αργότερα επανεκδόθηκε ως κομμάτι της συλλογής διηγημάτων Nightmares and dreamscapes. Η συγκεκριμένη συλλογή αργότερα έγινε και μίνι σίριαλ οκτώ επεισοδίων από τον αμερικάνικο τηλεοπτικό σταθμό ΤΝΤ. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να τη βρω ολοκληρωμένη και ανέβηκαν 23 περίπου λεπτά με τη φωνή του ίδιου του συγγραφέα στην ανάγνωση της ιστορίας. Είναι όμως μια μικρή ευκαιρία να δούμε και να αντιληφθούμε τη διαφορά της έντυπης λογοτεχνίας με την ίδια ιστορία σε ηχητική μορφή, την ατμόσφαιρα που δημιουργεί η ανάγνωση του συγγραφέα και να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας. Όσοι δεν θέλουν να την ακούσουν και προτιμούν τραγούδια κάνουν κλικ πάνω στο ηχείο αριστερά και στη λέξη post και διαλέγουν από τη λίστα. Μετά από ένα δεκαήμερο θα ανέβει το επόμενο audio book που είναι και ολοκληρωμένο και αποτελεί αληθινό ηχητικό ντοκουμέντο. Οι καινοτομίες δεν θα είναι μόνο ηχητικές αλλά θα έχουν σχέση και με τη θεματολογία του blog που χωρίς να αλλάξει η βασική της μορφή σύντομα θα διευρυνθεί καλύπτοντας ένα ακόμη κενό αλλά αυτές οι προσθήκες θα εμφανιστούν στο ιστολόγιο σε μερικές μέρες.


Wednesday, May 23, 2007

 

Μακάριοι οι πενθούντες





Η Μάιρα Παπαθανασοπούλου είναι μάλλον μια άτυχη λογοτέχνις αφού βίωσε τη…μοναξιά της επιτυχίας πριν από οκτώ χρόνια. Ο Ιούδας που φιλούσε υπέροχα τις χάρισε μια από τις μεγαλύτερες εκδοτικές επιτυχίες στη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες. Λέγεται ότι σήμερα ίσως να έχει ξεπεράσει και τις 300.000 αντίτυπα. Τη συγγραφέα ο λογοτεχνικός κόσμος την αντιμετώπισε περίπου ως μάγισσα την εποχής της Ιεράς Εξέτασης. Εκείνοι που την είχαν απορρίψει και είχαν πρόσβαση στον τύπο την κατακεραύνωσαν και φρόντισαν να τη συνοδεύει ο χαρακτηρισμός της δημιουργού που έγινε αιτία να νομιμοποιηθούν τα ’Αρλεκιν και να πουλιούνται μετά τα περίπτερα με σκληρό εξώφυλλο στα βιβλιοπωλεία και στον τομέα με το ταμπελάκι ’’λογοτεχνία’’. Οι συγγραφείς που είχαν και γραφίδα κριτικών φρόντισαν να την ’’στολίσουν’’ με μοναδικό τρόπο.


Για να είμαι ειλικρινής δεν έχω διαβάσει και δεν σκοπεύω πια να το κάνω τον Ιούδα. Οτιδήποτε δημιουργεί τεράστιο θόρυβο με απωθεί ή με κάνει επιφυλακτικό. Τον Τιτανικό τον είδα πέντε χρόνια μετά την εισπρακτική του επιτυχία, τους 300 θα τους δω καλώς εχόντων των πραγμάτων κάπου γύρω στο…2010. Την κυρία Παπαθανασοπούλου τη γνώρισα ένα χρόνο μετά τον θρίαμβο της σε μια κοινωνική εκδήλωση και ανταλλάξαμε πέντε έξι κουβέντες. Δεν χρειάζονταν περισσότερες για να καταλάβω ότι είναι ένα ζωντανό, ευχάριστο άτομο και θαύμασα την ηρεμία και το χιούμορ με τα οποία φαινόταν να διαχειρίζεται και την επιτυχία της αλλά και το φθόνο των χαμογελαστών… διπλανών της. Διάβασα το δεύτερο βιβλίο της ΄΄Οι τοξικές ενώσεις του αρσενικού’’ που επίσης πούλησε αρκετά και έγινε μπεστ σέλερ. Το βιβλίο ήταν καλογραμμένο με προσωπικό στιλ και ύφος, χωρίς ιδιαίτερη πλοκή πάνω σε συμβατικό πλαίσιο αλλά όχι χειρότερο από πολλά άλλα που κυκλοφορούσαν. Οι κριτικοί συνέχισαν να αντιμετωπίζουν (όταν το θυμόντουσαν) την Παπαθανασοπούλου περίπου σαν να ήταν μια ηθοποιός ή τραγουδίστρια που έκανε το κέφι της γράφοντας και όχι ως συγγραφέα. Και φυσικά ως την πέτρα του σκανδάλου ή την πηγή των δεινών στη λογοτεχνία αφού τη συνέδεσαν με το…ροζ και την εισβολή του στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Με το ’’Εσύ γλυκιά μου εξουσία’’ και τις πωλήσεις της πλέον να έχουν συρρικνωθεί στα επίπεδα ενός συνηθισμένου μπέστ σέλερ η κριτική μάλλον άρχισε να…συμπαθεί τη συγγραφέα και εκείνη απεγνωσμένα προσπαθεί ακόμη να αποτινάξει από πάνω την άδικη ρετσινιά του ’’ροζ’’…
Το τέταρτο μυθιστόρημα της ’’Μακάριοι οι πενθούντες’’ (εκδόσεις Πατάκη) κινείται στις παρυφές του αστυνομικού μυθιστορήματος με ’’διεθνές’’ χρώμα και για πρώτη φορά η Παπαθανασοπούλου δοκιμάζεται και δοκιμάζει να κινηθεί με βάση μια σύνθετη πλοκή. Στην ουσία, πρόκειται για ένα εγκιβωτισμένο μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα που διαβάζεται συνήθως σε δύο, ενίοτε και σε τρία χωρο-χρονικά επίπεδα. Για πρώτη φορά, χωρίς να απαρνηθεί το έξυπνο και ευρηματικό στιλ γραφής της πειραματίζεται περισσότερο με την πλοκή, το ’’παραμύθι’’ της υπόθεσης και φανερά ’’δανείζεται’’ στοιχεία από κλασικούς της αστυνομικής λογοτεχνίας. Τον δημιουργό του Σέρλοκ Χολμς σερ ’Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, τη λιγότερο γνωστή στη χώρα μας Εντζάιο Μαρς (ευκαιρίας δοθείσης το Surfeit of lampreys γραμμένο το 1940 είναι ένα από τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει στη ζωή μου αλλά δυστυχώς δεν το έχω ανακαλύψει μεταφρασμένο) ή (κυρίως) την Αγκάθα Κρίστι αφού δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες της είναι μια συγγραφέας αστυνομικών έργων που λέγεται….Κρίστι Δήμου! Παράλληλα με τη Δήμου λειτουργεί στην ιστορία ο αστυνομικός επιθεωρητής Χένρι Μακντάουαλ με εξαιρετικά ανθρώπινο πρόσωπο και αδυναμίες, όπως το ’’ένα ποτήρι παραπάνω’’. Προσπαθεί να διελευκάνει μια σειρά από παράξενους φόνους την ώρα που η συγγραφέας ετοιμάζει το καινούργιο της βιβλίο με ήρωα τον…Μακντάουαλ. Στη διαδρομή, η συγγραφέας ανακαλύπτει πρώτα ότι την απατά ο σύζυγός της (η απιστία είναι μόνιμο και κλασικό θέμα που πραγματεύεται στα βιβλία της η Παπαθανασοπούλου) και μετά ότι μπορεί το αληθινό θύμα δολοφονίας να είναι η…ίδια! Μέσα στην αφήγηση, ενσωματώνονται κομμάτια του υπό εξέλιξη βιβλίου και ουσιαστικά οι δύο ιστορίες εξελίσσονται παράλληλα, ενίοτε επηρεάζοντας η μια την άλλη. Υπάρχει και μια τρίτη υπόθεση που αφορά το οικογενειακό παρελθόν της Δήμου. Οι σχεδόν 300 σελίδες κυλάνε γρήγορα με πλοκή και καλό αφηγηματικό ρυθμό και σε ορισμένα σημεία με αφορμή την πορεία της Δήμου η Παπαθνασοπούλου σαρκάζει τα αγγλικά λογοτεχνικά ήθη και έθιμα ή μήπως αυτοσαρκαζόμενη κλείνει το μάτι σε κάποιους από το σινάφι της; Η ίδια ξέρει την απάντηση.
Συμπερασματικά…Το βιβλίο διαβάζεται αν και έχει αδυναμίες. Συγγραφικές αδυναμίες. Η Παπαθανασοπούλου κουβαλώντας το λογοτεχνικό παρελθόν και ’’αμαρτίες’’ που δεν διέπραξε προσπαθεί να κάνει μια ελκυστική στη βάση της ιστορία περισσότερο σύνθετη και πολύπλοκη από ότι έπρεπε με αποτέλεσμα να μπλέκει αναίτια τον αναγνώστη της. Αν περιοριζόταν σε μια κλασική αστυνομική ιστορία χωρίς τις προσθήκες της απιστίας (και τα συνεπακόλουθα συγγραφικά σχόλια) θα είχε καλύτερα αποτελέσματα αφού δούλεψε προσεκτικά την υπόθεση, την πλοκή και τις ανατροπές και η γραφή της (με μεγάλες δόσεις χιούμορ) παραμένει ευχάριστη και ευκολοδιάβαστη. Το βιβλίο δεν είναι αριστούργημα, δεν είναι όμως και για… προσάναμμα τζακιού ή πολτοποίηση (πόσο φρικτό μπορεί να είναι για ένα συγγραφέα να διαβάζει τέτοιες κριτικές…) και σε όποιον το επιλέξει θα χαρίσει μερικές ευχάριστες ώρες. Αρκεί να μην μπει στον κόπο του προβληματισμού αλλά να το αντιμετωπίσει σαν ένα πετυχημένο αστυνομικό μυθιστόρημα. Γιατί στην ουσία περί αυτού πρόκειται. Και σε τελική ανάλυση για να μην μπλέκουμε πιο πολύ απ’ ότι χρειάζεται τα πράγματα. Για κάθε αριστουργηματικό κινηματογραφικό Ντέιβιντ Λιντς ή Αλέν Ρενέ υπάρχει η εθιστική τηλεοπτική απάντηση του Lost ή του 24. Διαφωνείτε;




Βαθμολογία: 6,5


Saturday, May 19, 2007

 

Αγρανάπαυση



Η αλήθεια είναι μια…Κάθε καινούργια δουλειά της Ιωάννας Καρυστιάνη είναι καταδικασμένη να διαβαστεί και να μην αγνοηθεί! Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά όταν στο όχι πολύχρονο αλλά πολύ ουσιαστικό λογοτεχνικό παρελθόν της η κορυφαία συγγραφέας έχει τη Μικρά Αγγλία του 1997 και κυρίως αυτό που θεωρώ ως κορυφαία δουλειά της τον Άγιο της Μοναξιάς, ένα βιβλίο που θαυμάζει ακόμη και ο λιγότερο εκπαιδευμένος αναγνώστης για τη χειμαρρώδη λεξιπλασία του, πέραν των υπολοίπων και αναμφισβήτητων αρετών του.
Τελειώνοντας το ’’Σουέλ’’, την τελευταία δουλειά της που βρίσκεται εδώ και μήνες στις κορυφαίες θέσεις των ευπώλητων είχα την αίσθηση ότι δεν είχα διαβάσει Καρυστιάνη. Και αν όντως συνέβαινε αυτό και το εξώφυλλο έφερνε μια άλλη υπογραφή τότε θα μιλάγαμε για ένα (πιθανώς) εξαιρετικό βιβλίο. Λίγα πράγματα θυμίζουν ΚαρυστιάνηΤο γεγονός ότι το βιβλίο έχει σχέση με το νερό και τη θάλασσα, προσφιλείς συγγραφικές της εμμονές είναι το ένα. Αλλά μήπως τα ίδια θέματα δεν πραγματεύτηκε στη βραβευμένη Μικρά Αγγλία ή αν θέλετε ακόμη και στις Νύφες. Οι λεπτομέρειες που προσφέρει η Καρυστιάνη για τη ζωή των ναυτικών, για το ειδικό λεξιλόγιο των καραβιών και οι δεκάδες ναυτικοί όροι είναι άξιοι αναφοράς λόγω της έρευνας που έχει προηγηθεί. Πλην όμως αρκούν; Το ποιητικό ύφος και η θεατρική γλώσσα δίνουν πάλι το παρόν αφού αποτελούν το αποτύπωμα γραφής της. Αλλά αν κάποιος θέλει να εντρυφήσει στην τελειότητα της γραφής της υπάρχει ο Άγιος της Μοναξιάς. Χωρίς φόνους, ομηρικούς καβγάδες, χωρίς καν παρούσα την απώλεια και το θάνατο που οδηγούσαν τα προηγούμενα βιβλία της ή τα όσα τελικά γεννιούνται όταν κάτι τελειώνει η Καρυστιάνη γράφει ένα τυπικό βιβλίο σχέσεων. Χωρίς καν να εστιάζει σε σχέσεις ρήξης. Και προσπαθεί για πρώτη φορά να μας πείσει με ένα απλό, μάλλον προβλέψιμο και τυπικό happy end ότι η αγάπη και αντέχει στον χρόνο και σώζει. Φαντάζομαι ότι για ένα βιβλίο που έχει πουλήσει ήδη χιλιάδες αντιτύπων η υπόθεση είναι οικεία και γνωστή σε όλους αλλά για παν ενδεχόμενο τη συμπυκνώνω σε μια μίνι περίληψη.
Κεντρικό πρόσωπο ο υπέργηρος καπετάνιος του Athos III Μήτσος Αυγουστής που έχει δώδεκα χρόνια να πιάσει στεριά. Εκεί τον περιμένουν τρία παιδιά, μια γυναίκα και μια λαϊκή ερωμένη η Λίτσα από την Ελευσίνα. Ο έγκλειστος και ουσιαστικά αιχμάλωτος της θάλασσας καπετάνιος κρύβει όσο πιο καλά μπορεί το μυστικό του αφού έχει περιορισμένη όραση και στην ουσία είναι μισότυφλος, αρνείται τις πιέσεις της εταιρείας να συνταξιοδοτηθεί και να πιάσει στεριά. Προς αυτή την κατεύθυνση προσπαθούν να τον πιέσουν και η σύζυγός του αλλά και το ένα από τα παιδιά του που μπαρκάρει (θυμίζοντας το Σαμαράκειο ’’Λάθος’’) στο καράβι με ψεύτικο όνομα. Τελικά, η λύτρωση θα έρθει όπως έγραψα και πιο πάνω με ένα φινάλε γλυκερό και ευτυχισμένο, κατάληξη σε ένα περίπου ελεγειακό παραμύθι, πάνω στις ράγες που ακολουθεί από το 1997 η Καρυστιάνη αυτή τη φορά με αναφορές στα ταξίδια, τον ξεριζωμό και τις αναμνήσεις.
Το βιβλίο ’’χάνει’’ από την μάλλον υπεραπλουστευμένη αφηγηματική του φόρμα, το χωρίς έμπνευση τέλος του και από το γεγονός ότι η Καρυστιάνη ποντάροντας στο συναίσθημα των πρωταγωνιστών της ακολουθεί μια βασική μυθοπλασία χωρίς παρεκκλίσεις και εκπλήξεις και μια αφόρητα κουραστική (αν και είμαι οπαδός της) κλασική φόρμα του βιβλίου με αρχή, μέση και τέλος. Οι σχέσεις των χαρακτήρων της είναι χωρίς βάθος και ακριβώς εκεί διαφέρει αισθητά πια η οργισμένη Καρυστιάνη του 1997 με την Καρυστιάνη του 2007 που προσφέρει αριστερό άλλοθι στον πρωθυπουργό της χώρας και είναι ο λόγος που οργίζεται πλέον όταν κάποιος το αναφέρει μπροστά της. Κάπως, έτσι οι χαρακτήρες της μοιάζουν εξειδανικευμένοι ήρωες ενός μελοδράματος. Σε πολλά σημεία το βιβλίο μου θύμισε ως λογική τον ’Ερωτα στα χρόνια της χολέρας του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (δύο ερωτευμένοι που ζουν μακριά και σε απόσταση χωρίς την ανάγκη της συνάντησης τους σε πραγματικό χρόνο). Σίγουρα όμως δεν μου θύμισε Καρυστιάνη.
Δύο μικρές υποσημειώσεις. Στο βιβλίο υπάρχουν εννέα ξεχωριστά κομμάτια που αναφέρονται στη Λίτσα την λαϊκή κομμώτρια και επί δεκαετίες έρωτα του καπετάνιου. Σε ορισμένες κριτικές αναφέρονται ως επιστολές της προς τον καπετάνιο και μάλιστα από ορισμένους αναφέρθηκε ότι ήταν γραμμένες με τέτοιο ύφος που έμοιαζαν σαν να προέρχονταν από λόγιο και όχι από μια γυναίκα της λαϊκής τάξης. Μήπως θα έπρεπε να ρωτήσουν τη συγγραφέα αν όντως είναι επιστολές; Γιατί η αίσθηση που έχω (και όχι μόνο εγώ) είναι ότι πρόκειται για ’’ένθετα γραφής΄΄ με τα οποία η Καρυστιάνη μας συστήνει ουσιαστικά το συγκεκριμένο χαρακτήρα και κακώς διαβάστηκαν ως επιστολές. Για το τυπικό της υπόθεσης, αφού όλοι έμαθαν ότι το σουέλ (τίτλος του βιβλίου) είναι ο βουβός κυματισμός του ωκεανού. Η λέξη προέρχεται από την αγγλική swell. Αυτά τα δύο για την τυπική σημειολογία των πραγμάτων αφού δεν αλλάζουν κάτι ουσιαστικό.

Βαθμολογία: 5,8

Wednesday, May 16, 2007

 

Τέσσερις νέοι συγγραφείς

Καιρό είχα να γράψω για δουλειές νέων συγγραφέων (είτε πρωτοεμφανιζόμενων, είτε στη διαδικασία έκδοσης δεύτερης δουλειάς τους). Ευκαιρία λοιπόν να αναφερθώ σε τέσσερις συγγραφείς εκ των οποίων οι περισσότεροι διέλαθαν της προσοχής των κριτικών και να παρουσιάσω τα βιβλία τους που διάβασα τις τελευταίες εβδομάδες.
Κοινή συνισταμένη και των τεσσάρων δημιουργών οι έξυπνες ιδέες που χειρίσθηκαν άλλοι εξ αυτών με καλό τρόπο, άλλοι με συμπαθητικό και ότι προτίμησαν για ξεκίνημα τη ’’σιγουριά’’ των σύντομων διηγημάτων ή της νουβέλας και όχι του μυθιστορήματος.
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Καλά μόνο να βρεις, εκδόσεις Κέδρος (βαθμολογία 6,9)
Στην πραγματικότητα σ’ αυτή την αναφορά θα σχολιάσω δύο και όχι ένα βιβλίο. Είναι γεγονός ότι πολλούς νέους δημιουργούς τους ’’γνωρίζω’’ καθ’ υπόδειξη φίλων του blog που μου στέλνουν μέιλ παροτρύνοντας με να διαβάσω κάποιο καινούργιο βιβλίο. Ένας απ΄ αυτούς μου υπέδειξε τη νουβέλα του Χατζημωυσιάδη ’’Καλά μόνο να βρεις’’ που εκδόθηκε από τον Κέδρο. Δίπλα, στο μοναδικό αντίτυπο του βιβλίου υπήρχε άλλο ένα από την πρώτη του δουλειά ’’Τρεις μνήμες και δύο ζωές’’ (έκδοση του Μεταίχμιου, 2005). Αγόρασα και τα δύο για να έχω μια πιο σχηματοποιημένη άποψη αφού ούτως ή άλλως δεν ήταν δύσκολο να διαβαστούν (και τα δύο μαζί καλύπτουν συνολικά 220 σελίδες).
Η πρώτη δουλειά του 37χρονου Χατζημωυσιάδη από τα Γιαννιτσά είναι μια συλλογή διηγημάτων με εμφανή το βιωματικό της υπόθεσης. Οι ξεριζωμένοι πρόγονοι από τον Πόντο, η ζωή στην ελληνική επαρχία στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής και το τίμημα που πλήρωνε ο άμαχος πληθυσμός ως αντίποινα της δράσης των ανταρτών και ένα διήγημα με άξονα την απογοήτευση των αριστερών όταν η ιστορία άλλαξε ρότα είναι τα πρώτα του βιβλίου. Δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασαν αφού ναι μεν οι εμπνεύσεις για τη μυθοπλασία ήταν καλές αλλά ήταν φανερό ότι ο συγγραφέας υπερτόνιζε την προσωπική του συναισθηματική φόρτιση. Παρόλα αυτά με κέρδισε η καλή προσεγμένη γραφή του και διάβασα τα δύο καταληκτικά του βιβλίου διηγήματα ’’Πεταλούδα στο παρμπρίζ’’ και ’’Μήνυμα εστάλη’’ ήταν πολύ καλύτερα ίσως γιατί ο συγγραφέας προσεγγίζει πιο αποστασιοποιημένα τον μοντέρνο τρόπο ζωής.
Το δεύτερο βιβλίο του η νουβέλα ’’Καλά μόνο να βρεις’’ είναι κάτι εντελώς διαφορετικό αφού ο συγγραφέας αποφεύγει την ταύτιση με πρόσωπα ή καταστάσεις. Κατ’ αρχήν είναι εξαιρετική η σύλληψη της διάσπασης της νουβέλας σε επτά μικρότερα κομμάτια. Δεν ξέρω αν ήταν η δική μου ιδέα αλλά κάθε ένα από τα επτά μέρη του βιβλίου θα μπορούσε να διαβαστεί και σαν ατόφιο διήγημα χωρίς την αναγκαιότητα της ’’συνέχειας εκ του προηγουμένου’’ ή της προσθήκης του επόμενου. Πρωταγωνιστές ένας φαντάρος (και αργότερα προδομένος ιδεολογικά και συμβιβασμένος ασκούμενος δικηγόρος), μια νεαρή πόρνη από κάποια δημοκρατία της Βαλτικής, ο νταβατζής-αστυνόμος στον Βαρδάρη, οι δύο συνεργοί του (μεταφορείς ζώων αλλά και ανθρώπων σε ένα ψυγείο-φυλακή) και ένας Κούρδος πρόσφυγας. Ο Χατζημωυσιάδης πλέκει με μαεστρία έμπειρου διηγηματογράφου τα πρόσωπα μέσα στις ξεχωριστές ιστορίες, η γραφή του έχει γίνει ακόμη πιο ελλειπτική σε σχέση με το πρώτο βιβλίο, λιγότερο ποιητική και φορτισμένη αλλά ευκολοδιάβαστη και προσεγμένη. Το βιβλίο θα μπορούσε να είναι άρτιο αν δεν διάλεγε για το τέλος όχι κάτι ηχηρό (αυτή την προδιάθεση δημιουργεί στις εκατό σελίδες που προηγούνται) αλλά ένα μάλλον δύσκολο συμβολισμό που μπορεί να γίνει αντιληπτός από ανθρώπους της ηλικίας του συγγραφέα και πιθανώς με κοινά βιώματα αλλά όχι από τον μέσο αναγνώστη. Δυστυχώς και οι χαρακτήρες στο Καλά μόνο να βρεις είναι ’’αδύναμοι’’ παρά την πρόθεση του συγγραφέα να κάνει τους looser της ζωής συμπαθείς αφού οι επτά μονόλογοι τους (η εξομολογήσεις ή εξωτερίκευση σκέψεων και συναισθημάτων) ορισμένες στιγμές ’’μπλοκάρουν’’. Οι δύο δουλειές του συγγραφέα από τα Γιαννιτσά έχουν περάσει μάλλον απαρατήρητες από την κριτική (εικάζω και από τους αγοραστές βιβλίων) αλλά αν κάποιος θέλει να γνωρίσει ένα νέο δημιουργό με αρκετά καλές προοπτικές και εμφανές πάθος για τη γραφή έχει την ευκαιρία.
Γιάννης Παλαβός, Αληθινή αγάπη και άλλες ιστορίες, εκδόσεις Intro Books (βαθμολογία 7)
Πριν από μερικούς μήνες κάποιος φίλος του blog με παρέπεμπε με ένα του σχόλιο στη διεύθυνση http://www.sanangre.blogspot.com/. Εκεί υπάρχει ακόμη μια νουβέλα με τίτλο San Agre. Η νουβέλα με είχε ενθουσιάσει αφού ενσωμάτωνε στοιχεία Μπουκόφσκι και μπίτνικ συγγραφέων. Έγραψε ένα post και ο blogger μας συστήθηκε. ’’Με λένε Γιάννη Παλαβό και μην γελάτε’’. Μας ενημέρωσε ότι η πρώτη συλλογή διηγημάτων του θα κυκλοφορούσε κάποια στιγμή από τον Περίπλου. Τελικά, με το μπέρδεμα που έγινε από την προσπάθεια συγχώνευσης του Περίπλου με τα Intro Books του Κωστόπουλου η κυκλοφορία καθυστέρησε και κατέληξε να γίνει από την νεότευκτη εταιρεία που μετά το ναυάγιο της συνεργασίας έμεινε με μερικούς επιπλέον συγγραφείς. Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, το πήρε το μάτι μου και σκέφθηκα να διαβάσω την ολοκληρωμένη δουλειά του Παλαβού (μην γελάτε, είναι το πραγματικό επίθετο του). Διηγήματα 16 τον αριθμό εκ των οποίων τα μισά περίπου είναι μικρά ’’διαμαντάκια’’. Υπάρχουν και άλλα που ξαστόχησαν και ατύχησαν αλλά αυτό είναι μοιραίο αφού ο Παλαβός δείχνει να αντιπαθεί τις κλασικές φόρμες γραφής και να προτιμάει πιο ρεαλιστικές (και ενίοτε μεταμοντέρνες) κατευθύνσεις τις οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις δεν χειρίζεται σωστά. Παρόλα αυτά υπάρχουν σημεία του βιβλίου που φανερώνουν ένα ατόφιο συγγραφικό ταλέντο στη σύντομη γραφή (νομίζω ότι αν δοκιμαστεί σε μεγαλύτερες φόρμες, όπως το μυθιστόρημα θα ατυχήσει). Το Χ-3000, τα γλυκόπικρα In Cold Blood, Λίγο αίμα, το καλύτερο κατά την προσωπική μου άποψη σημείο του βιβλίο (΄΄΄Εξω στις πλατείες’’ για ένα γερό-κλοσάρ μέθυσο που ήθελε να είναι ελεύθερος) είναι διηγήματα που μαρτυρούν ότι ο Παλαβός έχει δρόμο στη λογοτεχνία. Στο Sex and city of Thessaloniki βγάζει την κωμική-αντιηρωική ματιά του αποτυχημένου εραστή, στο σουρεαλιστικό Τεντ δίνει το απόλυτο στίγμα της συγγραφικής του ταυτότητας ενώ στα ’’Με λένε Αλέξη Τασόπουλο’’, ’’Το βράδυ που η ζωή του Νίκου δεν άλλαξε’’, ’’Η ιστορία του κυρίου Π.’’ που γίνεται λίγο πιο προβλέψιμος πάει αρκετά καλά. Μένω με την απορία γιατί δεν συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο η νουβέλα που υπάρχει στο διαδίκτυο αφού τη θεωρώ εξαιρετικό δείγμα γραφής του Παλαβού. Δύο μικρές συνοδευτικές λεπτομέρειες. Ο Παλαβός είναι μόλις 27 ετών. Και το εξώφυλλο του βιβλίου είναι εντελώς παρελκυστικό σε σχέση με το περιεχόμενο και αισθητικής επιπέδου...Nitro και Esquire...
Γιώργος Σωτηρέλλος, Ο αγράμματος συγγραφέας, εκδόσεις Μελάνι (βαθμολογία: 6,8)
Ο 46χρονος Σωτηρέλλος στην πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση είναι το ακριβώς αντίθετο από τον τίτλο του βιβλίου. Πολυπράγμων και πολυσχιδής κατάφερε μέσα σε 140 σελίδες να χειριστεί ένα παραδοσιακό συγγραφικό τρικ και κλισέ με συμπαθητικό τρόπο. Φαντασία και πραγματικότητα, ήρωες γεννημένοι στο κεφάλι του και πραγματικά πρόσωπα διαπλέκονται ομαλά και χωρίς κτυπητές ατέλειες. Ορισμένες από τα επί μέρους κομμάτια του βιβλίου (τυπικά αρχειοθετείται σαν συλλογή διηγημάτων) είναι όντως διηγήματα, άλλα είναι σύντομα στιγμιότυπα, συνολικά 53 τον αριθμό. Δυστυχώς, η επιμονή του Σωτηρέλλου να περάσει όλους τους ’’ήρωες’’ της ευρυμάθειας ή των ενδιαφερόντων του (καταγράφω πρόχειρα Μπρους Λι, Μόντι Πάιθονς, Μπουκόφσκι (σταθερή εμμονή από τα εφηβικά χρόνια των 40+ συγγραφέων), Εζρα Πάουντ, παλιές ελληνικές ταινίες, κόμιξ, Κέρουακ, Μάρξ, Φρόιντ, λήσταρχος Νταβέλης, είτε ως άμεσες αναφορές, είτε ως επιρροές ή ’’δάνεια’’) κινδυνεύει να γίνει κουραστική παρά το σύντομο της γραφής και τις λιγοστές σελίδες του βιβλίου. Η ειρωνεία, το ανατρεπτικό (έως εικονoκλαστικό) χιούμορ και το ανορθόδοξο –σε ορισμένες περιπτώσεις- ύφος λειτουργούν όταν ειδικά η γραφή είναι αβίαστη. Υπάρχουν όμως και στιγμές που το ύφος αλλοιώνεται, η κριτική διάθεση παραπέμπει σε πατερναλισμό και χαλάει τη συνοχή της δουλειάς. Όχι άσχημο ξεκίνημα, σίγουρα θα μπορούσε να είναι καλύτερο.
Πέτρος Μπιρμπίλης, Έχω μόνο εσένα, εκδόσεις Μελάνι (βαθμολογία 6)

Άλλος ένας πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας συμπτωματικά από τον ίδιο εκδοτικό οίκο με τον Σωτηρέλλο. Άνθρωπος των media ο Μπρμπίλης γράφει 22 ιστορίες μοναξιάς, καθημερινότητας, διαπροσωπικών σχέσεων άλλοτε με κυνικό ύφος, άλλοτε με ανέμελο. Ο διαχωρισμός των εικοσιδύο ιστοριών σε τέσσερα ’’κεφάλαια’’ γίνεται με τους άκρως επεξηγηματικούς και διαφωτιστικούς υπότιτλους ’’Εγώ’’, ’’Εσύ΄΄, ’’Ο κόσμος γύρω’’ και ’’ότι άλλο μένει’’ και κατά περίσταση ανάλογο είναι το ύφος γραφής. Κοινή συνισταμένη των ιστοριών μοιάζει να είναι το (ξανά και ξανά) πέρασμα από τις εποχές της αθωότητας στον κόσμο της ωριμότητας (σαρανταρίσαμε δηλαδή…). Κάτι που εξυπηρετούν σε αρκετές από τις ιστορίες τα πολλά flash back στις ζωές των ηρώων του Μπιρμπίλη αναφορές στην οικογένεια, σε καλούς παλιούς φίλους και έντονο προσωπικό-βιωματικό ύφος. Ακόμη όμως και στις ιστορίες που ο Μπιρμπίλης επιχειρεί μια μορφή χρονογραφήματος και προσέγγισης της σημερινής κοινωνίας λείπει ένα βασικό στοιχείο από τη δουλειά του. Η πρωτοτυπία των ιστοριών. Με άλλα λόγια, με άλλους ήρωες αλλά παρεμφερείς καταστάσεις μοιάζει να τα έχουμε διαβάσει ξανά όλα αυτά. Με γλώσσα περισσότερο δημοσιογραφική παρά λογοτεχνική (ελάττωμα πολλών δημοσιογράφων που προσπαθούν να περάσουν την όχθη της δημιουργικής γραφής) ο Μπιρμπίλης αδικεί τη δουλειά του. Από αναγνωστικό ένστικτο και μόνο εικάζω ότι τώρα που ξεμπέρδεψε με τα σημαντικά θέματα που τον απασχολούσαν και ψυχαναλύθηκε μέσα από τη γραφή του μπορεί να επανέλθει με καλύτερα αποτελέσματα. Λυπάμαι που είμαι σκληρός. Αλλά φανερά είναι ένα βιβλίο πολύ σημαντικό για τον συγγραφέα του (και το σέβομαι) αλλά όχι για τον αναγνώστη.

Monday, May 14, 2007

 

Αυτό το post δεν χρειάζεται να το διαβάσει κανείς

Το ερωτηματολόγιο του Προυστ με μερικές ιστολογικές… παρεμβάσεις και τροποποιήσεις κυκλοφορεί τις τελευταίες μέρες στα blog. Σε μένα το έστειλε ο Χρήστος Φασούλας (fasoulas.blogspot.com) για να το απαντήσω.

1. Πετάει ο γάιδαρος;
Με την κρίση που υπάρχει στις αεροπορικές εταιρείες τι το ρωτάς…
2. Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Η προσδοκία του σήμερα.
3. Η μεγαλύτερη μαλακία που έχετε πει σε κάποιον και την έχει πιστέψει;
Ότι θα φτιάξω μπλογκ για την ελληνική λογοτεχνία και κάποιοι θα το διαβάζουν καθημερινά.
4. Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;
Κλασικός Έλληνας. Ενθουσιάζομαι εύκολα και απογοητεύομαι γρήγορα.
5. Το βασικό ελάττωμά σας;
Αν είχα μόνο ένα μόνο θα το έγραφα εύκολα και αβίαστα.
6. Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;
Σε όσα συγχωρούνται.
7. Ποια είναι η πρωτεύουσα του Λιχτενστάιν;
Δεν σοβαρευόμαστε σιγά-σιγά;
8. Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;
Αυστηρό προσωπικό δεδομένο.
9. Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Νέα Υόρκη-Λονδίνο και αυτό που δεν έχω κάνει ακόμη αλλά δεν το αποκαλύπτω.
10. Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Τα έχουμε ξαναγράψει αυτά…
11. Αγαπημένη ταινία;
Κι’ αυτά…
12. Αγαπημένη trashιά;
Κάποτε τα disco-τράγουδα, τώρα μοιάζουν εύηχα σε σχέση με ότι ακούμε. Το ομολογώ δημόσια. Με πήγαν ένα βράδυ με το ζόρι στον Σφακιανάκη και μου άρεσε!
13. Χειρότερο τραγούδι όλων των εποχών;
Τελείωσε η φετινή Eurovision;
14. Τι νοσταλγείτε πιο πολύ απ’ όλα;
Τα χρόνια που είχα μαλλί-χαίτη, δεν έδινα λογαριασμό ούτε στον εαυτό μου, δεν ήξερα που θα κοιμηθώ και συνήθως δεν ήξερα που ξυπνούσα.
15. Κανένα σοκαριστικό μυστικό έχετε;
Αν το γράψω θα πάψει να είναι μυστικό.
16. Μόνο αυτό;
Επαναλαμβάνω…Να σοβαρευτούμε σιγά-σιγά.
17. Πού αναφέρεται ο Βαν Γκογκ ως Βαν Νταμ;
Μάλλον σε καμιά ποδοσφαιρική μετάδοση στην τηλεόραση.
18. Το αγαπημένο σας πτηνό;
Οτιδήποτε μπορεί να πετάξει μακριά…
19. Αγαπημένος τρόπος θανάτου;
Ακαριαίος και ανώδυνος. Τόσο ακαριαίος που να μην προλάβω να δω τη ζωή μου σε τριάντα δευτερόλεπτα.
20. Το αγαπημένο σας ποτό;
Ο κατάλογος της μπυραρίας που συχνάζω.
21. Το αγαπημένο σας φαγητό;
Ρώσικος χαλβάς από ηλιόσπορο (άντε να δούμε που θα πάει η βαλίτσα..)
22. Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ’ όλα;
Αυτή τη στιγμή το ερωτηματολόγιο του Προυστ.
23. Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;
Να διαβάζω αυτά που γράφουν καλοί συγγραφείς.
24. Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Τον ξέρει ο ψυχαναλυτής μου. Και μου είπε να μην τον λέω δημόσια.
25. Μεγαλύτερο ψέμα;
Η ζωή η ίδια.
26. Ποιο είναι το μότο σας;
Να μην απαντάω σε ανόητες ερωτήσεις.
27. Πώς θα επιθυμούσατε να ζήσετε;
Όπως ζω γιατί αν μπορούσα να ζω διαφορετικά θα το είχα κάνει.
28. Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
Να μια καλή ερώτηση. Τι υπάρχει μετά τη ζωή φυσικά. Το ίδιο θα ρωτούσα και το Σατανά για να κάνω…συγκρίσεις.
29. Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;
Μοιάζω να είμαι σε πνευματική διαύγεια;

Για να μην απωλεσθεί και το τελευταίο ίχνος σοβαρότητας δεν πασάρω το ερωτηματολόγιο σε κανένα άλλο blogger. Οποιος θέλει να απαντήσει ας το κάνει αυτοβούλως και ας πει ότι του πρότεινα...

Sunday, May 13, 2007

 

Ξεφ(τ)υλλίζοντας...part 91 (Κάτι διάβασα, κάτι άκουσα, κάτι μου είπαν να σας πω...)

Πάντοτε, η ανάγνωση των Κυριακάτικων εφημερίδων προσφέρει μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα σχετικά με τις βιβλιοφιλικές-λογοτεχνικές στήλες και σελίδες. Ιδού τι αλίευσα…
Δεν ξέρω αν είναι μόνιμη η κατάργηση αλλά σίγουρα αποτελεί απογοήτευση η απουσία του περιοδικού Heart από τη σημερινή έκδοση του Ελεύθερου Τύπου. Πάντοτε περιείχε τέσσερις πέντε καλές σελίδες για το βιβλίο. Μετατράπηκε σε ένα ’’φτωχό’’ άχρωμο δισέλιδο αφιερωμένο σε όλες τις τέχνες στο εσωτερικό της εφημερίδας. Προφανώς, οι συμβουλάτορες και το ακριβοπληρωμένο κονκλάβιο διευθυντάδων της κυρίας Αγγελοπούλου έκρινε ότι η λογοτεχνία και οι τέχνες γενικότερα είναι περιττή πολυτέλεια για τη νέα ανανεωμένη μορφή της εφημερίδας την οποία σχεδιάζουν εδώ και μήνες αλλά δεν την έχουμε δει ακόμη στην πράξη. Προφανώς, τα ενδιαφέροντα της νέας ιδιοκτήτριας του Ελεύθερου Τύπου απέχουν παρασάγγες από τη λογοτεχνία και εστιάζονται στην πολιτική και το life style…
Το περιοδικό της Ελευθεροτυπίας είχε ένα ενδιαφέρον πολυσέλιδο αφιέρωμα στους νέους, κάτω των 30, δημιουργούς (τραγουδιστές, ηθοποιούς κλπ.). Από το χώρο της λογοτεχνίας επελέγησαν δύο νεαροί: Δεν έχω ένσταση ούτε αμφισβητώ τα κριτήρια επιλογής του Δημήτρη Καλαβρή (πρώτο του βιβλίο φέτος από το Μεταίχμιο ο ’’Άγγελος τιμωρός’’). Λίγο πιο πίσω είδα το όνομα και της φωτογραφία της Μαρίας Κωτίδου. Και δίπλα ο τίτλος συγγραφέας! Όσο και να έψαξα στη μνήμη μου το όνομα δεν μου έλεγε τίποτα. Στο τέλος του ρεπορτάζ λύθηκε το μυστήριο. Η νεαρή κυρία Κωτίδη ΘΑ ΕΚΔΩΣΕΙ την πρώτη της δουλειά σύντομα από τον Κέδρο. Μπορεί, όντως, όπως προβλέπεται να είναι εξαιρετική και με μεγάλο μέλλον στη λογοτεχνία. Απλές ερωτησούλες: Οι ρεπόρτερ της Ελευθεροτυπίας δεν ξέρουν άλλους δημιουργούς κάτω των 30 που ήδη να έχουν εκδώσει βιβλία. Εύκολα μπορώ να γράψω πέντε έξι βιβλία από αυτά που έχουν κυκλοφορήσει τους τελευταίους 5-6 μήνες! Και είναι ήδη στα βιβλιοπωλεία με σημαντικότερη περίπτωση αυτή του Γ. Ζευγώλη που εξέδωσε δύο μαζεμένα βιβλία και το Αστεγοσκοπείο πήρε και καλές κριτικές! Αν δεν τους ξέρουν οι ειδικοί τότε επιβεβαιώνεται αυτό που υποστηρίζω από την πρώτη μέρα του μπλογκ. Ότι αγνοούν το συνολικό εύρος της βιβλιοπαραγωγής. Αν τους ξέρουν γιατί προτιμούν μια ανέκδοτη συγγραφέα; Να υποθέσω αυθαίρετα ότι είναι ΚΑΙ θέμα του ποιος εκδοτικός οίκος βρίσκεται πίσω από τον καθένα;
Μια σελίδα συνέντευξη της διευθύντριας του Ε.ΚΕ.ΒΙ. Κατρίν Βελισσάρη στον υπεύθυνο του λογοτεχνικό ενθέτου Νίκο Μπακουνάκη στο Βήμα. Παρότι θα ήταν άψογη και σε γαλλική γλώσσα η συνέντευξη είναι καλογραμμένη και με ερωτήσεις εύκολες και βατές για να προβληθεί το έργο του Ε.ΚΕ.ΒΙ. Κουβέντα φυσικά για τις εκπομπές Πιβό στην κρατική τηλεόραση και για το κόστος του ενός εκατομμυρίου ευρό. Για το θέμα δεν έχουν απαντήσει ούτε το Ε.ΚΕ.ΒΙ. ούτε η κρατική τηλεόραση. Να υποθέσω ότι είναι αφ’ υψηλού σνομπισμός μιας ανακρίβειας ή επιβεβαιωτική σιωπή;
Στο Έθνος και στις συνεντεύξεις των blogger πήρε σειρά ο Θεσσαλονικιός Simon. Θυμηθείτε το πολύ καλό μυθιστόρημα που έχει ανεβάσει με τίτλο Σκυλιά στη βροχή στη διεύθυνση spidertale.blogspot.com. Κι’ αυτός δημιουργός κάτω των 30 είναι αλλά έχει ήδη….αυτοεκδοθεί έστω και διαδικτυακά!
- Φεύγουμε από τα έντυπα και πάμε στα ηλεκτρονικά…Τελείωσαν τα γυρίσματα του σίριαλ Τυφλόμυγα (έγιναν όλα στο Λαύριο) βασισμένου στο ομώνυμο βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου και θα παιχθεί μάλλον από Σεπτέμβριο στον Alpha. Φίλος που δουλεύει στην εταιρεία παραγωγής του σκηνοθέτη του σίριαλ Κώστα Κουτσομύτη μου ορκιζόταν πριν λίγες μέρες ότι δεν έχουν γίνει εντυπωσιακές αλλαγές σε σχέση με το βιβλίο. ’’Μόνο οι απαραίτητες τηλεοπτικές προσαρμογές για να αποκτήσει μεγαλύτερη δράση και ένταση’’…Για να δούμε. Την ώρα που όλοι έβλεπαν το κιτσάτο πανηγυράκι της Eurovision στο τρίτης διαλογής Blue Sky ο Βασίλης Βασιλικός έδινε μια εξαιρετική συνέντευξη. Ανθρώπινος όσο ποτέ μίλησε για τα όνειρα του τα παιδιά και προανήγγειλε το…115ο βιβλίο του! Πάντοτε οι άνθρωποι του πνεύματος στην Ελλάδα παίζουν στη... Δεύτερη εθνική κατηγορία και η μουσική υποκουλτούρα της Eurovision prime time!
- Λέγεται Νίκος Τσουβαλάς και μέχρι πριν λίγες μέρες ανέλαβε επίσημα τη γενική διεύθυνση των Ελληνικών Γραμμάτων. Μετάταξη από τον ΔΟΛ στα Εξάρχεια αφού ήταν υπεύθυνος για τα περιοδικά του ομίλου. Ευτυχώς, το σενάριο που έλεγε….Θανάσης Λάλας δεν υλοποιήθηκε. Το πρώτο μέλημα του νέου διευθυντή είναι να βρει υπεύθυνο για τον τομέα της ελληνικής λογοτεχνίας και να μάθει πόσοι συγγραφείς από το δυναμικό των Ελληνικών Γραμμάτων συνεχίζουν ή ήδη έχουν σηκώσει άσπρο μαντήλι. Ήδη καταγράφηκε μια σημαντική απώλεια αφού ο Πάνος Καρνέζης μετακόμισε στον Λιβάνη. Στο μεταξύ, οι…πρώην των Ελληνικών Γραμμάτων θα αναγγείλουν στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου τη δημιουργία του νέου εκδοτικού οίκου με το όνομα ’’Τόπος’’. Λέγεται ότι έχουν εξασφαλίσει τεράστιο ποσοστό (πάνω από 70%) των συγγραφέων που συνεργάστηκαν στα Ελληνικά Γράμματα ίσως γιατί τη σειρά των ελληνικών βιβλίων θα τρέχει και στη νέα κατάσταση ο Άρης Μαραγκόπουλος.
- Έχω γράψει τα καλύτερα για την πρωτοβουλία του εκδοτικού οίκου Μαραθιά για την καινοτομία του να εκδώσει τα (πολύ καλά) βιβλία των blogger όπως και την πρώτη δουλειά του ταλαντούχου Άγγελου Χαρτιάτη. Σήμερα, ρίχνοντας μια ματιά στο περίπτερό του στην έκθεση βιβλίου το μάτι μου έπεσε σε ένα βιβλίο με τίτλο ’’Ερωτικές ιστορίες από το internet’’ (ή κάπως έτσι, δυστυχώς ο τίτλος δεν έχει καταχωρηθεί ούτε καν στο επίσημο blog των εκδόσεων, γιατί άραγε;). Στον πρόλογο, ο Δ. Μαραθιάς προσπαθεί να δικαιολογήσει τα…αδικαιολόγητα! Και κάνει μια αναφορά στην ερωτική λογοτεχνία και στον Ντε Σαντ και τον Εμπειρίκο. Ξεφύλλισα το βιβλίο αφού πρώτα διάβασα τους τίτλους των διηγημάτων. Ανακάλυψα ότι είναι ιστορίες ανωνύμων επιστολογράφων που έχουν δημοσιευθεί σε site πορνογραφικού περιεχομένου αρκετά εκ των οποίων δεν είναι καν σε λειτουργία σήμερα γιατί τα έχει κλείσει η Δίωξη Ηλεκτρονικού εγκλήματος! Θεωρώ ότι είμαι αρκετά ανοιχτόμυαλος αναγνώστης και ξεκαθαρίζω ότι δεν μπορώ (εδώ δεν μπορούν οι ειδικοί) να οριοθετήσω τις ακριβείς διαφορές μεταξύ πορνογραφίας και ερωτικής λογοτεχνίας. Πλην όμως ιστορίες όπως η ’’πρώτη της παρτούζα’’, ’’οι λεσβίες και η ξυδάτη ελιά’’ (αν δεν αναπαράγω ακριβώς τους ανεκδιηγήτους τίτλους ζητάω συγνώμη) φλερτάρουν ξεδιάντροπα με την πορνογραφία και τα τσοντοπεριοδικά των περιπτέρων. Σαφέστατα και το σεξ είναι ένα τεράστιο κομμάτι του παγκόσμιου ιστού αλλά δεν βλέπω το λόγο να τυπώνονται τέτοια βιβλία. Μετά το….εξωφρενικό ’’Ατίθασο αλαζονικό τακούνι’’ (καταριέμαι ακόμη την έμπνευσή μου να το διαβάσω) ήρθε και αυτό και έχω την αίσθηση, εντελώς καλοπροαίρετα, ότι ο κ.Δ. Μαραθιάς θα πρέπει μάλλον να αναθεωρήσει την πολιτική του τι τυπώνει…Και το γράφω καλοπροαίρετα και με καλή διάθεση.
- Και επειδή αναφέρθηκα σε νέους δημιουργούς. Αύριο ή μεθαύριο θα έχουν την τιμητική τους στο blog τα βιβλία νέων δημιουργών που σίγουρα ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ διαβάσει και ίσως δεν ξέρουν καν ότι έχουν εκδοθεί οι περιώνυμοι και αξιαγάπητοι κριτικοί του χώρου.

Saturday, May 12, 2007

 

Δώρο ένα βιβλίο για τη γιορτή της μητέρας

Αύριο Κυριακή, αν το ξεχάσατε, είναι η γιορτή της μητέρας. Και εκτός από τα…ανθοπωλεία που θα κάνουν υπερωρίες ένα καλό δώρο παραμένει το βιβλίο. Και μάλιστα βιβλίο με θέμα που αφορά τις…μητέρες. Και αν υπάρχει πρόβλημα λόγω ημέρας (Κυριακή) να βρεθεί ανοιχτό βιβλιοπωλείο υπάρχει πάντοτε η λύση της έκθεσης βιβλίου. Σήμερα είναι η τελευταία μέρα που θα είναι ανοιχτή στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Μια βόλτα στο κέντρο με το μετρό γιατί οι κεντρικοί δρόμοι θα είναι κλειστοί από την πορεία ειρήνης και με 10-15 ευρό έτοιμο το δώρο της εορτάζουσας…
Και προτάσεις κάνει το blog. Εάν η εορτάζουσα είναι ψαγμένη λογοτεχνικά τότε η ’’Συγχώρεση’’ της Σώτης Τριανταφύλλου (εκδόσεις Πατάκη) παρά το ’’βαρύ’’ θέμα είναι ιδανική λύση. Η κεντρική ηρωϊδα (Αντονία Κούπερ) ζει στον αμερικάνικο Νότο, χάνει την κόρη της που πέφτει θύμα εξαφάνισης και αργότερα μαθαίνει ότι το παιδί της έχει δολοφονηθεί. Θα κάνει τη μεγαλύτερη υπέρβαση της ζωής της όταν αρχίζει να αλληλογραφεί με το δολοφόνο του παιδιού της που βρίσκεται έγκλειστος στη φυλακή. Έξοχο ψυχογραφικά βιβλίο αλλά και σε δεύτερο επίπεδο διαβάζεται ως σπουδή πάνω στη θανατική ποινή που ισχύει ακόμη στις περισσότερες πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών.
Εάν στη μητέρα σας αρέσει μόνο ότι έχει σχέση με την τηλεόραση τότε το βιβλίο της Αναστασία Κορινθίου-Χατζηρήγα ’’Για την καρδιά ενός αγγέλου’’ (από την Εμπειρία Εκδοτική) θα την ενθουσιάσει αφού έχει γυριστεί σε σίριαλ από τον Alpha (με αρκετές πάντως σεναριακές διαφορές και τροποποιήσεις σε σχέση με το κείμενο του βιβλίου). Το βιβλίο είναι σκληρό και απέχει αρκετά από τον τηλεοπτικό μελοδραματισμό του σίριαλ. Πατέρας και σύζυγος αφέντης, μέθυσος και δυνάστης, ανίσχυρη μητέρα, μια συμμορία εμπορίου παιδικών οργάνων που αρπάζει το κοριτσάκι της. Αυτή μετατρέπεται σε πόρνη και εκδικήτρια-τιμωρό! Ακριβώς η αντίθετη διαδρομή από το βιβλίο της Σώτης αφού εδώ η Κορινθίου αποθεώνει ουσιαστικά την αυτοδικία.
Και επειδή οι δικές γνώσεις στη σχετική βιβλιογραφία σταματάνε σ’ αυτά τα δύο βιβλία που είναι και παλαιότερης παραγωγής ζήτησα τα ’’φώτα’’ μιας καλής φίλης που μου υπέδειξε μερικά ακόμη από τη νεώτερη σοδειά. Από την πρωτοεμφανιζόμενη Άννα Στρούτζα και τις εκδόσεις Λιβάνη κυκλοφόρησε πρόσφατα η συλλογή διηγημάτων ’’Δώδεκα γυναίκες χωρίς μύθο’’ ιστορίες για γυναίκες και μητέρες της διπλανής πόρτας. Στα plus του βιβλίου ο πρόλογος του γραμμένος από τον Κώστα Γεωργουσόπουλο. Τρεις γυναίκες σε μια ιστορία που θυμίζει ρωσική κούκλα με το ένα κομμάτι μέσα στο άλλο, μια συγγραφέας, μια γλωσσολόγος και μια ζωγράφος συζητούν για καθαρά γυναικεία θέματα στην Έκθεση βαθυτυπίας (εκδόσεις Απόπειρα), δεύτερη δουλειά της Χάρης Σταθάτου. Εάν η μητέρα ενδιαφέρεται και για μυθιστορήματα με ιστορικό μανδύα υπάρχει το ’’Εμείς έχουμε εμάς’’ της Ισμήνης Καπάνταη (εκδόσεις Καστανιώτη) με σκηνικό την Ελλάδα της Τουρκοκρατίας. Η ιστορία της Ηπειρώτισσας Αγνής (καρπός του εξώγαμου έρωτα ενός άρχοντα με μια τσιγγάνα) που παντρεύεται στα δεκαπέντε της ένα Φράγκο ευγενή και ταξιδεύει από την Ήπειρο, στα Επτάνησα και στην Ιταλία. Υπάρχουν ακόμη και μάχες με πειρατές από μια καλή συγγραφέα ιστορικών μυθιστορημάτων. Στο επίπεδο της προσωπικής μαρτυρίας για το χαμένο γιο της σε ηλικία μόλις 21 ετών το βιβλίο ’’Κοντά στο παιδί μου’’ της Κωστούλας Παράσχου-Κουρή (εκδόσεις Λιβάνη). Η συγγραφέας γράφει για να νοιώθει κοντά της το χαμένο γιο της και να ξεπεράσει τον πόνο της απώλειας.
Και φυσικά επειδή ποτέ δεν ξεχνάμε και τους blogger συγγραφείς σας υπενθυμίζουμε το βιβλίο της συμπαθέστατης και δυναμικής blogger Κατερίνας Σταματίου- Παπαθεοδώρου (την ξέρουμε και ως Κυκλάμινο του Βουνού) ’’Γράμμα στη μάννα με δύο ν’’ από τις εκδόσεις Καλυδών. Με πρόσθετο bonus ότι αφού το διαβάσει η μητέρα σας μπορεί να το συζητήσει μέσω διαδικτύου και με την Κατερίνα! Και να ανταλλάξουν εντυπώσεις και e-mail!
Αυτά, καλά δώρα και καλές αναγνώσεις!
Εννοείται ότι το θέμα ’’μητέρα’’ είναι εξαιρετικά προσφιλές και δημοφιλές για τους λογοτέχνες. Συνεπώς ο ’’μπούσουλας’’ και οι προτάσεις είναι απολύτως τυπικές αφού με τη σχετική θεματολογία μπορούν να βρεθούν δεκάδες βιβλία. Απλά τιμήσαμε και φέτος την παράδοση που εγκαινιάστηκε πέρσι τέτοια μέρα από το blog.

Friday, May 11, 2007

 

Ξεφ(τ)υλλίζοντας...part 90

Με αρκετά θετικά μηνύματα αλλά και πολλά αρνητικά σχόλια από τους παρευρισκόμενους έγινε η εκδήλωση του ΣΕΒΑ για τα ιστολόγια και το ρόλο του ίντερνετ στα βιβλία χθες το βράδυ. Γενικά και αυτό δεν συντέλεσε στην απόλυτη επιτυχία της εκδήλωσης υπήρχε διάχυτο το κλίμα ’’εσείς και εμείς’’. Παρά το νηφάλιο συντονισμό της Ελένης Γκίκα και την πολύ προσεκτικά διατυπωμένη εισήγηση του Αλέξη Σταμάτη από τους υπόλοιπους ομιλητές πήγαζε έντονα η εντύπωση ότι ο στόχος των εισηγήσεων τους ήταν να καταδείξουν την υπεροχή τους απέναντι στους συγκεντρωμένους bloggers. Και να δώσουν μια κατεύθυνση στη συζήτηση όχι απαξίωσης των μπλογκ αλλά εστέτ και αφ’ υψηλού αντιμετώπισης τους. Δεν ξέρω αν έφταιγε ο δισταγμός και πιθανώς η αμοιβαία καχυποψία της πρώτης φοράς και της πρώτης ’’ζωντανής’’ επαφής και στην επόμενη (όταν και εφ’ όσον γίνει αυτή) συνάντηση τα πράγματα θα είναι πιο απλά. Πάντως, η αίσθηση που αποκόμισαν οι ουδέτεροι παρατηρητές ήταν ότι οι μεν καταναλώθηκαν σε μια στείρα απαρίθμηση λογοτεχνικών όρων και διανοουμενίστικων τρικ, οι δε οχυρώθηκαν πίσω από την εκπροσώπηση του ’’νέου’’ και των καινούργιων τάσεων που αποτελούν μια μορφή απάντησης στο λογοτεχνικό κατεστημένο. Κόσμος πάντως μαζεύτηκε και πολύς, θέματα έμειναν ’’ανοιχτά’’ και χωρίς να συζητηθούν αφού έπρεπε να κλείσουν έκθεση και περίπτερο και γενικά δεν υπήρξαν εντάσεις ή αντιπαραθέσεις που θα έβαζαν σε κίνδυνο το πνεύμα της βραδιάς και της πρωτοβουλίας. Κάποια στιγμή, κάπου στο μέλλον οι δύο κόσμοι θα πλησιάσουν και θα υπάρξει σημείο τομής αφού είμαι υποστηρικτής της αισιόδοξης θεωρίας ότι ούτε οι bloggers μπορούν να υποκαταστήσουν τους επαγγελματίες κριτικούς, ούτε οι επαγγελματίες κριτικοί μπορούν να προσεγγίζουν (για διαφορετικούς λόγους ο καθένας) την βιβλιοπαραγωγή με το free spirit των μπλογκς.
- Ορισμένοι πάντως ενασχολούμενοι με την κριτική βιβλίου ανοίγονται προς το διαδίκτυο. Στη σημερινή έκδοση του περιοδικού Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας η Κατερίνα Σχοινά εγκαινιάζει ουσιαστικά τη λειτουργία του μπλογκ της ’’ομάδας βιβλίου’’ της εφημερίδας. Θα το βρείτε στη διεύθυνση www.vivliothiki.wordpress.com. Σύντομα, θα προστεθεί στην αριστερή πλευρά του blog και ο σχετικός σύνδεσμος παραπομπής. Η κ. Σχοινά στο σχόλιο της εξηγεί τους λόγους που οδήγησαν στη δημιουργία του blog. Μακάρι να ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι του βιβλίου το παράδειγμα και να αντέξουν την άμεση και καθημερινή τριβή με το αναγνωστικό τους κοινό αφού στην αρχή εικάζω ότι δεν θα αισθανθούν άνετα και θα δυσφορήσουν μαθημένοι στο απυρόβλητο. Ελπίζω απ΄ αυτή την άμεση και διαδραστική επικοινωνία με το βιβλιοφιλικό κοινό των ιστολογίων να αντιληφθούν πως βλέπει τα πράγματα και η altera pars και αυτό να έχει αντίκτυπο και στις σελίδες της εφημερίδας τους και όχι μόνο στις διαδικτυακές αναζητήσεις τους που λογικά θα είναι πιο ’’ελεύθερες’’ και χωρίς προκαταλήψεις ή στεγανά.
- Στα περίπτερα και το τεύχος 474 του περιοδικού Διαβάζω με μεγάλο αφιέρωμα, λογικό είναι, στη γιορτή για τα βραβεία του περιοδικού. Περισσότερο πάντως θα συζητηθεί η συνέντευξη του Δημοσθένη Κούρτοβικ στον Κ.Κατσουλάρη με τον συγγραφέα-κριτικό των Νέων να εκφράζει ως συνήθως μια σειρά εικονοκλαστικών απόψεων για τα βιβλία, τους συγγραφείς, την κριτική. Δύσκολο να επικεντρωθεί κάποιος σε ένα, δύο ή τρία σημεία μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας συνέντευξης. Καταθέτω δύο ενστάσεις. Την μόνιμη απαξίωση του Κούρτοβικ για την ποιότητα της ελληνικής λογοτεχνίας, κάτι που θεωρώ ας δογματική τοποθέτηση αφού δεν μπορεί να έχει αναγνωστική άποψη για το σύνολό της βιβλιοπαραγωγής και τον χαρακτηρισμό συγγραφέων που η δράση των βιβλίων τους επικεντρώνεται στο εξωτερικό ή αφορά ξενόφερτους χαρακτήρες ως παγκοσμιοποιημένους και όχι κοσμοπολίτες (η λέξη με τη μορφή του πολίτη του κόσμου και όχι του κοσμικού μπον βιβέρ). Αν κάποιος δεν διαφωνεί με τον Κούρτοβικ τότε πολύ απλά όσα διαβάζει δεν ανήκουν στον….Κούρτοβικ! Σ’ αυτή τη συνέντευξη πάντως ουσιαστικά συμφωνεί και με τους επικριτές του που του αποδίδουν μια ιδιότυπη καζουιστική στην ανάγνωση βιβλίων.
- Ολοκληρώθηκε η ψηφοφορία στο blog για τα καλύτερα βιβλία του Φεβρουαρίου. Ένα από τα καλύτερα βιβλία των τελευταίων ετών ’’Η Λεγάμενη’’ της Ζέτας Κουντούρη (κάποια στιγμή θα γράψω για το μυθιστόρημα που κακώς και πολύ επιφανειακά κατατάχθηκε όταν εκδόθηκε στην αστυνομική λογοτεχνία) πήρε την πρώτη θέση με 52 ψήφους. Ακολούθησαν με 29 ψήφους το καθένα, το πολυβραβευμένο Μονοπάτι στη θάλασσα του Αντώνη Σουρούνη και το Τυφλό σύστημα του Βασίλη Πεσματζόγλου και με μια λιγότερη η Αμερικάνικη Φούγκα του Αλέξη Σταμάτη. Την πρώτη πεντάδα συμπλήρωσε με 23 ψήφους το Μανιφέστο του Γιώργου Σκούρτη. Ήδη, έχει αναρτηθεί ο νέος πίνακας με 51 βιβλία υποψήφια για τα καλύτερα του Μαρτίου. Με βάση, πλέον, τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό ψήφων γίνεται αντιληπτό ότι στο τέλος της χρονιάς θα υπάρχει με τις διαδοχικές ψηφοφορίες ένα σχετικά ασφαλές δείγμα των αναγνωστικών προτιμήσεων των επισκεπτών του blog. Και φυσικά το άθροισμα των ψηφοφοριών θα αναδείξει άτυπα (άνευ…βραβείου) και το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς για τους επισκέπτες του blog.

Thursday, May 10, 2007

 

Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης (εφ΄όλης της ύλης)

Στην περίπτωση του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη είχα αναφερθεί εκτενώς την παραμονή της εκδήλωσης του Ιντιπέντεντ για τα βραβεία μεταφρασμένων βιβλίων στην Αγγλία. Και είχε πει ότι θα επανέλθω με μια συνολική αναφορά στο έργο του. Το πρωτόλειο έργο του ’’Οι τέσσερις τοίχοι’’ που έχει μεταφραστεί στην Αγγλία ήταν το υποψήφιο για βράβευση, κυκλοφόρησε το 2000 από τις εκδόσεις Ροδακιό και βρίσκεται στην τέταρτη έκδοσή του. Από την πρώτη στιγμή, ακόμη και σε μια γραφή που ακόμη βρισκόταν σε εξελικτική διαδικασία έκανε εντύπωση η προσέγγιση του συγγραφέα στη μοναξιά, η κλειστοφοβική διάθεση του βιβλίου, τα μύχια μυστικά που πάντοτε στοιχειώνουν ζωές και η αργή διήγηση που ορισμένες φορές κάνει τον αναγνώστη να ’’πνίγεται’’ και να αιχμαλωτίζεται μέσα σε μια παράξενη ατμόσφαιρα, σε ένα σύμπαν που δεν ξέρεις αν όντως υπάρχει στη διπλανή πόρτα ή είναι καθαρά συγγραφική επινόηση. Η υπόθεση διαδραματίζεται σε ένα νησί όπου ένας μοναχικός άνθρωπος πειραματίζεται στην προσπάθεια του να δημιουργήσει το πιο νόστιμο μέλι στον κόσμο. Όταν το πείραμα στέφεται με επιτυχία αρχίζει ο εφιάλτης του εφευρέτη.
Το πρώτο βιβλίο του Χατζηγιαννίδη που διάβασα δεν ήταν οι Τέσσερις τοίχοι αλλά Ο Φιλοξενούμενος. Η δεύτερη χρονικά δουλειά του. Και νομίζω η καλύτερη του γεγονός που με υποχρέωσε να αναζητήσω και τις υπόλοιπες. Στα δωμάτια ενός παράξενου ξενοδοχείου και με πρωταγωνιστές ένα περίεργο κύκλο ετερόκλητων ανθρώπων βασίζεται όλη η ιστορία. Με όλα τα γνωστά συστατικά της γραφής και της αφήγησης του Χατζηγιαννίδη να βρίσκονται πλέον σε φάση ωρίμανσης. Και εδώ όπως και στο πρώτο βιβλίο υπάρχει το κρυμμένο μυστικό που αποκαλύπτεται στο τέλος του βιβλίου χωρίς όμως ηχηρές ανατροπές ή ’’φασαρία’’. Ο Χατζηγιαννίδης δεν αρέσκεται στις πομπώδεις καταστάσεις αλλά στις υποδόριες ανατροπές. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι και αυτό που νομίζω ότι φλερτάρει λιγότερο από κάθε άλλη δουλειά του με το φανταστικό και μοιάζει να πατάει περισσότερο στη λογική και στην πραγματικότητα (τουλάχιστον με βάση την αποκάλυψη του φινάλε) και έχει τις περισσότερες φιλοσοφικές αναζητήσεις και αναφορές με στόχο την αναζήτηση της απόλυτης ευτυχίας.
Στο τρίτο του βιβλίο ο Χατζηγιαννίδης θυμάται τις θεατρικές καταβολές του και μέσα σε ένα μικρού μεγέθους βιβλίο (το μοναδικό που δεν κυκλοφόρησε από το Ροδακιό αλλά είναι έκδοση του βιβλιοπωλείου Ιανός). Η Μεταμφίεση είναι στην πραγματικότητα ένα θεατρικό αφήγημα το οποίο δεν έχω διαβάσει όπως και το συλλογικό ’’Αληθινές ιστορίες’’ που κυκλοφόρησε το ίδιο διάστημα περίπου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Η τελευταία δουλειά του Χατζηγιαννίδη οι ’’Φυσικές Ιστορίες’’ (βαθμολογία του blog : 7) νομίζω ότι είναι και η πιο ώριμή του συγγραφική απόπειρα. Πρόκειται για μια συλλογή 11 διηγημάτων τα οποία όλα φλερτάρουν πλέον ξεκάθαρα με το φανταστικό και τις παράξενες μεταλλάξεις ζώντων σε άψυχα πράγματα και πραγμάτων σε έμψυχα. Με επιρροές από τον ’’πρύτανη’’ της διηγηματογραφίας Ε.Χ. Γονατά ο Χατζηγιαννίδης προσθέτει στην αφήγηση του ένα ακόμη πιο μυστηριακό ύφος φλερτάροντας αδιάκοπα με το εξωπραγματικό. ’Ενας διπλωμάτης άντρας γίνεται δέντρο (’’Μια μεταμόρφωση’’), ένας άλλος ψάρι (’’Η λίμνη’’), από ένα αρχαίο βιβλίο γεννιέται ένας κάκτος (’’Η μυστική ρίζα’’), μια καρέκλα αποκτά ανθρώπινες ιδιότητες (’’Η καρέκλα στον διάδρομο’’, ένα σμήνος σφήκες εκδικείται τον εξολοθρευτή του. Παντού και στα 11 διηγήματα είναι διάχυτη η πρόθεση του Χατζηγιαννίδη (όπως και στα δύο προηγούμενα μυθιστορήματα) να φυλακίσει τους πρωταγωνιστές του σε αλλόκοτες καταστάσεις, προσεγγίζει τις συνέπειες του εγκλεισμού και της μοναξιάς, φλερτάροντας πλέον με την ατμόσφαιρα γοτθικών μυθιστορημάτων. Αυτή δηλαδή που ουσιαστικά απλώνεται στο κατ’ εμέ πιο κουραστικό περιγραφικά και πολύ ’’λογικό’’ ως κατάληξη ’’Πεταλούδα στο πηγάδι’’ όπου μια μεσήλικη στερημένη εκδικείται τον καταστροφέα του κήπου της και στο τέλος οδηγείται στη ’’λύτρωση’’ μαζί του. Συμπερασματικά, ο Χατζηγιαννίδης είναι ένας συγγραφέας που αξίζει κάποιος να τον ανακαλύψει, ειδικά αν είναι απαιτητικός αναγνώστης. Υπάρχουν δύο βασικά σημεία που διαφωνώ. Η υπερβολική γλαφυρότητα και λυρισμός στις περιγραφές του νομίζω ότι είναι ελαφρά παράταιρες με το συνολικό είδος της γραφής που δημιουργεί. Και για αναγνώστες που αρέσκονται σε ηχηρά φινάλε και ευρηματικές ανατροπές ο Χατζηγιαννίδης θα αφήσει μια μορφή ’’ανικανοποίητου’’, κυρίως, γιατί θα τους έχει αιχμαλωτίσει με την υποβλητική διήγηση και την μυστηριακή ατμόσφαιρα που έχει δημιουργήσει νωρίτερα.

Wednesday, May 09, 2007

 

Ξεφ(τ)υλλίζοντας...part 89


Γενικά και ως πάγια αρχή έχω την αμφισβήτηση (μέχρι αποδείξεως του εναντίου) κρατικών πρωτοβουλιών που αφορούν τις τέχνες ή τη λογοτεχνία. Παρ’ όλα αυτά και επειδή ακόμη και ένας νέος λογοτέχνης ή δημιουργός να αναδειχθεί μέσα από τη συγκεκριμένη διαδικασία θα είναι κέρδος αναφέρομαι σήμερα στην πρωτοβουλία του Υπουργείου και του Οργανισμού Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού. Επαναλαμβάνω ότι κρατάω τις αποστάσεις και τις επιφυλάξεις μου και μακάρι να βγω ψεύτης.
Πρόκειται για τον διαδικτυακό τόπο step in art που φιλοδοξεί να μετατραπεί σε κόμβο πολιτισμού και τεχνών. Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση ο χώρος βρίσκεται στη διεύθυνση http://www.stepinart.gr/ και έχει ’’ως σκοπό την ανάδειξη και προβολή των δημιουργών τέχνης και του έργου τους, αλλά και την παροχή αξιόπιστης και έγκυρης ενημέρωσης για τις τέχνες και την πολιτιστική ζωή της χώρας, δημιουργείται η πιο ολοκληρωμένη και καινοτόμα πύλη πολιτισμού. Το stepinart αποτελεί μία ανοικτή και δυναμική διαδικτυακή κοινότητα καλλιτεχνικής έκφρασης και αναζήτησης, διαλόγου και πολιτιστικής ενημέρωσης, όπου όλοι έχουν πρόσβαση και δικαίωμα συμμετοχής’’.
Στο σκέλος που αφορά τη λογοτεχνία (ο χώρος αφορά ακόμη τα εικαστικά, τη μουσική, το θέατρο, τον χορό, τον κινηματογράφο, τις εφαρμοσμένες τέχνες και τα πολυμέσα) οι δημιουργοί έχουν τη δυνατότητα παρουσίασής τους (βιογραφικό, sub domain), επικοινωνίας με το κοινό, αλλά και με άλλους δημιουργούς, καθώς και έκθεσης των έργων τους στον κόμβο, χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση. Επιπλέον, μπορούν να συμμετάσχουν σε ψηφιακούς διαγωνισμούς, στους οποίους δικαίωμα ψήφου θα έχουν κοινό και ειδικοί. Σε ειδική ενότητα της Πύλης θα αναγγέλλονται και θα παρουσιάζονται δράσεις, γεγονότα, εκδηλώσεις με περιεχόμενο πολιτιστικό, για το σύνολο των τεχνών (νέα, news letters), ενώ προβλέπεται η δημιουργία ειδικής ενότητας που θα παρέχει πληροφορίες για τη ζωή και το έργο αναγνωρισμένων καλλιτεχνών και πληροφορίες για την ιστορία της τέχνης (εγκυκλοπαίδεια). Οι δημιουργοί θα μπορούν να ανταλλάσσουν ιδέες, γνώσεις και απόψεις περί τέχνης, να ενημερώνονται για όλο το φάσμα των τεχνών και να συνδιαμορφώνουν νέες τάσεις, με τη συμμετοχή τους στο Forum του stepinart. Μέλος του stepinart μπορεί να γίνει οποιοσδήποτε, με μια μόνο προϋπόθεση: να συμμετάσχει σε αυτό με ένα, τουλάχιστον, έργο του. Για να δούμε λοιπόν πως θα λειτουργήσει ο χώρος και τα ξαναλέμε, ελπίζοντας ότι δεν έχουμε να κάνουμε (πάλι) με ένα πυροτέχνημα και μια φούσκα προς άγρα εντυπώσεων.
- Την ίδια ώρα, πάντως, ο λογοτεχνικός κόσμος βλέποντας την διαδικτυακή έκρηξη ακολουθεί, παρακολουθεί και προβληματίζεται. Την Πέμπτη το βράδυ έχει προγραμματιστεί η μεγάλη ανοιχτή συζήτηση στο πλαίσιο της έκθεσης βιβλίου στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου για τα βιβλιοφιλικά blogs. Ακούγεται ότι η συζήτηση θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον και θα αναπτυχθούν ποικίλες θέσεις. Το επόμενο βράδυ (Παρασκευή) στο περίπτερο των εκδηλώσεων της γιορτής του βιβλίου θα γίνει συζήτηση με θέμα
«Ηλεκτρονικά Περιοδικά: οπτικές και προοπτικές» Θα μιλήσουν για τον ρόλο του Ηλεκτρονικού Τύπου, τις οπτικές και τις προοπτικές αυτού του ‘άγνωστου’, σε πολλούς ακόμη, μέσου που κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος στον ορίζοντα της ενημέρωσης και της επικοινωνίας του βιβλίου οι: Ο Ιωσήφ Βεντούρας διευθυντής του ηλεκτρονικού περιοδικού poeticanet (http://www.poeticanet.gr/) , ο Γιάννης Μανιάτης , μέλος της συντακτικής ομάδας του ηλεκτρονικού περιοδικού Λέξημα (http://www.lexima.gr/ ), ο Νότης Μαυρουδής, μουσικοσυνθέτης, εκδότης/ διευθυντής του ηλεκτρονικού περιοδικού Tar (http://www.tar.gr/) ο Γιάννης Παππάς εκδότης/διευθυντής του ηλεκτρονικού περιοδικού diapolitismos (http://www.diapolitismos.gr/) και ο Χάρης Τζαννής εκδότης/διευθυντής του ηλεκτρονικού περιοδικού Ασπρη λέξη ( http://www.asprilexi.com/ ) με συντονίστρια την κριτικό βιβλίου Τιτίκα Δημητρούλια Eκτός από τις ενδιαφέρουσες εισηγήσεις τους πάνω στην ψηφιακή πραγματικότητα και τους νέους δρόμους που ανοίγουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, θα μας ξεναγήσουν και σ’ ένα σύντομο ταξίδι στις ιστοσελίδες τους. Να συμπληρώσω ότι το Λέξημα απέκτησε και μπλογκ (http://www.lexima.blogspot.com/) ενώ τα διαδικτυακά περιοδικά συνεχίζουν τις εκδόσεις τους. Αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο το 3ο τεύχος του poeticanet αλλά και το 17ο τεύχος του διαδικτυακού περιοδικού του Στράτου Φουντούλη ’’Στάχτες’’ που αισίως και χωρίς πολλές φανφάρες ή φασαρία συμπληρώνει τέσσερα χρόνια ύπαρξης. Διευθύνσεις θα βρείτε παραπλεύρως στα λινκ.
- Άλλος ένας συγγραφέας ’’μπλογκάρει’’. Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος (τελευταία δουλειά του το βιβλίο με θέμα τη ζωή της Υπατίας από τις εκδόσεις Άγκυρα) άνοιξε μπλογκ σε χρώμα ασπρόμαυρο. Θα το βρείτε στη διεύθυνση http://dimitrisbarbarh.blogspot.com/

- Καλά όλα αυτά αλλά τα στοιχεία που ανακοίνωσε το Ε.ΚΕ.ΒΙ. με αφορμή τη διεθνή έκθεση της Θεσσαλονίκης είναι μάλλον απογοητευτικά! Και η αναγνωσιμότητα των βιβλίων στην Ελλάδα από τις πιο χαμηλές στην Ευρωπαϊκή κοινότητα. Το 43% περίπου των ελλήνων δεν διαβάζουν ούτε ΕΝΑ (!!!) βιβλίο το χρόνο. Προφανώς προτιμούν τα τηλεοπτικά σκουπίδια και τη νιρβάνα του αποχαυνωμένου τηλεθεατή…Και το ποσοστό όσων διαβάζουν πάνω από ένα βιβλίο το χρόνο συνεχίζει να είναι κάτω από το 10%! Προφανώς, αυτό που βιώνουμε διαδικτυακά με το αυξημένο ενδιαφέρον και τα πολλά βιβλιοφιλικά μπλογκ είναι….virtual reality.

Saturday, May 05, 2007

 

Μισάντρα

’’Η Μισάντρα’’ του Γιάννη Καισαρίδη είναι ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε περίπου πριν από ένα χρόνο. Τότε πάνω-κάτω το είχα αγοράσει και μετά από μερικές εβδομάδες ετοιμαζόμουν να το διαβάσω. Τότε, σε μια ημερήσια εφημερίδας ευρείας κυκλοφορίας εμφανίσθηκε ένα άρθρο λίαν κολακευτικό και αβανταδόρικο (τολμώ να γράψω) για το βιβλίο. Προσπαθούσε να το συνδέσει με αφορμή ένα κομμάτι του με την υπόθεση του μικρού Άλεξ από τη Βέροια (και ο συγγραφέας κατάγεται και ζει στη Βέροια) που ήταν νωπή και να το παρουσιάσει κάπως σαν…λογοτεχνική προφητεία. Και, ω του θαύματος, είχε ξαναβαφτιστεί και ο συγγραφέας από Γιάννης σε Δημήτρης Καισαρίδης! Αμέσως άφησα το βιβλίο στην άκρη αφού θεώρησα ότι ακόμη και αν πρόκειται για ένα λάθος βιασύνης, μια συνηθισμένη δημοσιογραφική παράβλεψη με απωθούσε σαν συνολική λογική. Αποτέλεσμα, του λάθους ήταν να διαβάσω με σχεδόν ένα χρόνο καθυστέρηση (το ολοκλήρωσα πριν από μια εβδομάδα) περίπου ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο. Ο 47χρονος Καισαρίδης ξεκίνησε το 1997 από τον Εξάντα, παρουσίασε μια συλλογή διηγημάτων το 2000 και πάλι με συλλογή διηγημάτων (υπάρχει και ένα πιο εκτεταμένο διήγημα που κάλλιστα επέχει θέση νουβέλας) τη Μισάντρα, επέστρεψε από τις εκδόσεις Κέδρος με σημαντικά μικρή παρουσία στη γραφή για διάστημα επτά-οκτώ ετών.
Κατ΄αρχήν και στην παρούσα συλλογή διηγημάτων ο Καισαρίδης βασίζει περισσότερα στη γραφή παρά στην πλοκή, έστω και αν η τελευταία σε πολλές περιπτώσεις προσεγγίζει ακόμη και κινηματογραφικά θρίλερ. Βιβλίο γεμάτο με τοπικούς γλωσσικούς ιδιωματισμούς, σε ορισμένες περιπτώσεις απόκρυφους και μυστικιστικούς διασώζει την ντοπιολαλιά και την υπηρετεί με μεγάλη συνέπεια. Όπως για παράδειγμα η λέξη του τίτλου που δύσκολα θα τη βρούμε σε λεξικά. Μισάντρα είναι τα εντοιχισμένα ντουλάπια που λειτουργούν για αποθήκευση ρουχισμού ή αγαθών αλλά στην περίπτωση του βιβλίου περισσότερο για τον ’’ενταφιασμό’’ μύχιων μυστικών μιας πόλης.Η πόλη, που αν και δεν αναφέρεται είναι η γενέτειρα του συγγραφέα, παίζει κυρίαρχο ρόλο στην όλη αφήγηση, υπάρχει παντού στις 230 σελίδες του βιβλίου αλλά δεν ’’καπελώνει’’ τους χαρακτήρες που ποικίλουν. Ένα κορίτσι που καταπίνει σπασμένα γυαλιά, Ρώσοι οικονομικοί μετανάστες, μοναχικοί υπερήλικες στη δύση ρημαγμένων ζωών, μεσήλικες πνιγμένοι σε μια επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα, αδικοχαμένοι αντάρτες του εμφυλίου, παιδιά μεγαλωμένα στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης, φουρνάρισσες που ανασταίνονται με τη μορφή…ανθρωποφάγων ψωμιών, ανίατα άρρωστοι που μεταλλάσονται σε ψάρια οικογενειακού ενυδρείου δομούνται και αποδομούνται χάρη σε ένα πολύ πετυχημένο συγγραφικό τρικ. Ορισμένοι από τους χαρακτήρες εμφανίζονται και στην επόμενη ή την μεθεπόμενη υπόθεση δεμένοι αρμονικά με το ύφος και την υπόθεση ενός διαφορετικού διηγήματος που παίρνει σειρά. Ο συγγραφέας παίζει άριστα και με το χρόνο αφού η σειρά παράθεσης των διηγημάτων δεν είναι γραμμική. Το Αναγκαίου, Τα Ρουχαλάκια της χαράς, τα Λέπια της μοναξιάς και το Ενυδρείο είναι οι καλύτερες στιγμές, ενώ εξίσου καλή αλλά ’’παράξενη’’ και πιο δύσκολα προσιτή είναι η διήγηση στην Εγνατία Οδό και το Ντομεθέν. Συνολικά, ένα εξαιρετικό βιβλίο για απαιτητικούς αναγνώστες και όχι για αναγνώστες που θα ’’καταπιούν’’ τις 230 σελίδες του για να περάσουν, απλά, ευχάριστες αναγνωστικές ώρες. Λυπάμαι που δεν το αντιλήφθηκα πιο νωρίς.

Βαθμολογία: 7

Thursday, May 03, 2007

 

Κλειστόν λόγω αυστηρής λογοκρισίας



Φαντάσου ότι είσαι ένας νέος 25 χρονών που μένεις σε μια χώρα, η οποία συστηματικά καταπιέζει την ελευθερία της έκφρασης. Οι περισσότερες ιστοσελιδες με θέμα τα ανθρώπινα δικαιώματα “μπλοκάρονται” από ένα εθνικό φίλτρο και δεν εμφανίζονται ποτέ στην οθόνή σου. Θέλεις να επικοινωνείς με ανθρώπους από όλο τον κόσμο κι έτσι χρησιμοποιείς το PalTalk, ένα chat room που αν και η έδρα του είναι στην Νεά Υόρκη αλλά πολλοί χρήστες του μιλάνε τη γλώσσα σου. Στην ουσία είναι το παράθυρο του απομονωμένου κόσμου σου.
Μια μέρα που έχετε μαζευτεί στο σπίτι σου με φίλους και μιλάτε με άλλους χρήστες στο chat room, εισβάλλουν ξαφνικά στις τρεις το πρωί 50 αστυνομικοί, σας χτυπάνε και σε φυλακίζουν σε πλήρη απομόνωση για 9 ολόκληρους μήνες χωρίς ποτέ να σου απαγγελθούν κατηγορίες.
Περνάνε αυτοί οι μήνες και αφήνεσαι «ελεύθερος». Δε φοβάσαι να κατακρίνεις δημόσια την κυβέρνηση και υποστηρίζεις την αναγκαιότητα ειρηνικής αλλαγής της πολιτικής κατάστασης (στη χώρα σου είναι νόμιμο μόνο ένα πολιτικό κόμμα). Περίπου έξι βδομάδες μετά όμως, εκεί που κάθεσαι σε ίντερνετ-καφέ παρέα με τον αδερφό σου και διαβάζεις τα email σου και ειδησεογραφικά sites, σε πλησιάζουν άντρες της Ασφάλειας, σου φοράνε χειροπέδες και σε αναγκάζουν να τους οδηγήσεις σπίτι σου, όπου βρίσκουν και κατάσχουν, μία κάμερα, ένα κασετόφωνο, 2 CD και ένα βιβλίο που για κακή σου τύχη είναι απαγορευμένο επειδή υποστηρίζει την αναγκαιότητα δημοψηφίσματος για πολυκομματισμό στη χώρα.

Αν σε έλεγαν Truong Quoc Tuan και έμενες στο Βιετνάμ, τι νομίζεις ότι θα συνέβαινε μετά;

Θα ήσουν σε ένα κελί σε πλήρη απομόνωση χωρίς καμιά επαφή με δικηγόρους ή συγγενικά πρόσωπα. Θα σε κατηγορούσαν για προπαγάνδα εναντίον του κράτους και θα αναρωτιόσουν, στα αλήθεια για ποιο λόγο και για πόσα κλικ του ποντικιού σου αντιμετωπίζεις 20 χρόνια κάθειρξη…

Ή φαντάσου να δουλεύεις ως δημοσιογράφος σε κινέζικη εφημερίδα.
Τις παραμονές της 15ης επετείου από τη σφαγή στην πλατεία Τιενανμέν, σε συνάντηση του προσωπικού της εφημερίδας, σάς δείχνουν ένα μέμο από το Κεντρικό Τμήμα Προπαγάνδας για το πώς θα πρέπει να καλύψετε τις επετειακές εκδηλώσεις. Σε αυτό δίνονται οδηγίες στους εργαζόμενους στα ΜΜΕ να «κατευθύνουν σωστά την κοινή γνώμη», να «μην δημοσιεύουν ποτέ απόψεις που δεν είναι σύμφωνες με την επίσημη πολιτική» και να καταδίδουν στις αρχές τυχόν υποψίες που έχουν για συναδέλφους τους που επικοινωνούν με δημοκρατικά στοιχεία στο εξωτερικό.
Εσύ κρατάς σημειώσεις από αυτό το μέμο και το στέλνεις με email από τον προσωπικό σου yahoo! λογαριασμό σε κάποιον γνωστό σου στην Αμερική που διαχειρίζεται ένα πολύ γνωστό κινέζικο website, το Δημοκρατικό Φόρουμ. Το email δημοσιεύεται την ίδια μέρα με το ψευδώνυμο “198964” στα ανεξάρτητα κινεζόφωνα websites του εξωτερικού που έτσι κι αλλιώς είναι απαγορευμένα στη χώρα.
Σε συλλαμβάνουν μερικούς μήνες αργότερα. Η εταιρία Yahoo! θα έχει πολύ απλά δώσει τα στοιχεία του λογαριασμού της ηλεκτρονικής σου διεύθυνσης και την ακριβή τοποθεσία από την οποία στάλθηκε το επίμαχο email.

Αν το όνομά σου ήταν Shi Tao και έμενες στην Κίνα, τι νομίζεις ότι θα συνέβαινε μετά;

Θα καταδικαζόσουν με την κατηγορία της προδοσίας κρατικών μυστικών σε 10ετή κάθειρξη. Η γυναίκα σου θα ανακρινόταν καθημερινά από τις αρχές και η δουλειά θα της πίεζε να σε χωρίσει, πράγμα που τελικά θα έκανε. Θα είχες ελάχιστη επαφή με την οικογένειά σου. Θα μεταφερόσουν σε φυλακές υψίστης ασφάλειας και θα σου απαγόρευαν γράφεις ή να διαβάζεις. Η Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων θα σου απένειμε το Διεθνές Βραβείο Τύπου για την Ελευθερία, το οποίο φυσικά δε θα μπορούσες να παραλάβεις.

Φαντάσου να μπορούσες να απελευθερώσεις τον Truong Quoc Tuan και τον Shi Tao. Μπορείς!
Μπες στο
http://www.amnesty.org.gr/ και πάρε μέρος στην εκστρατεία της Διεθνούς Αμνηστίας για την ελευθερία της έκφρασης στο ίντερνετ!

Wednesday, May 02, 2007

 

Ξεφ(τ)υλλίζοντας...part 88 (160.000 ευρό η εκπομπή)

Δεν ξέρω αν αντιπροσωπεύει σκάνδαλο όπως υποστηρίζει η εφημερίδα σίγουρα πάντως το Ε.ΚΕ.ΒΙ. βρίσκεται…υπόλογο σε περίπτωση που τα στοιχεία του δημοσιεύματος αποδειχθούν αληθή. Σύμφωνα με την εφημερίδα ΠΑΡΟΝ οι έξι εκπομπές του Μπερνάρ Πιβό στην κρατική τηλεόραση με θέμα το βιβλίο κόστισαν 1.000.000 ευρό (το γράφω και ολογράφως για την αποφυγή τυχόν λάθους: Ένα εκατομμύριο ευρό). Σύμφωνα με την εφημερίδα, το όλο project έτρεξε η διευθύντρια του Ε.ΚΕ.ΒΙ. Κατρίν Βελισσάρη που εκχώρησε κάθε εκπομπή του Γάλλου δημοσιογράφου στην ΕΡΤ έναντι ποσού 150.000 ευρό. Δεν ξέρω αν το ρεπορτάζ είναι ακριβές αλλά χθες έκανα ένα τηλεφώνημα σε φίλο που ασχολείται με τηλεοπτικές παραγωγές και τον ρώτησα για τα…κοστολόγια. Μου απέκλεισε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο μια εκπομπή λόγου να κοστίζει γύρω στις 160.000 ευρό (πρόκειται για πακέτο έξι εκπομπών) και σύμφωνα με τις γνώσεις και την εμπειρία του μια τέτοια εκπομπή ακόμη και η πιο πλούσια σε σκηνικά, με πολλά εξωτερικά γυρίσματα και υψηλές αμοιβές παρουσιαστών δεν ξεπερνάει τις 60-70.000 ευρό ανά ώρα. Επαναλαμβάνω, ότι δεν μπορώ να γνωρίζω, ούτε υιοθετώ την αλήθεια και την ακρίβεια του ρεπορτάζ αλλά είναι εύλογο όσον αφορά το Ε.ΚΕ.ΒΙ. και όχι την ΕΡΤ να γεννιούνται ορισμένα καλοπροαίρετα ερωτηματικά:
1. Η εκπομπή είναι παραγωγής του Ε.ΚΕ.ΒΙ., παραγωγής ΕΡΤ και ποιος τη διαχειρίστηκε; Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου ως φορέας ή η διευθύντρια του ως άτομο.
2. Εάν πρόκειται για παραγωγή του Ε.ΚΕ.ΒΙ. γιατί τα ίδια χρήματα δεν χρησιμοποιήθηκαν για ένα κύκλο περισσότερων εκπομπών όπου θα προβαλλόταν η δουλειά περισσότερων συγγραφέων. Και με τη συμμετοχή στην παραγωγή της ΕΡΤ. Σπουδαίος ο Πιβό, μεγάλη η προσφορά του στο βιβλίο αλλά η εκπομπή δεν προβλήθηκε καν στη γαλλική τηλεόραση ώστε να μιλάμε για πιθανότητες ’’εξαγωγής’’ συγγραφέων ή μετάφρασης των βιβλίων;
3. Πόσο μεγάλη διαφορά θα υπήρχε αν π.χ. ένα μεγαλύτερο αριθμό εκπομπών με περισσότερους συγγραφείς την παρουσίαζε έλληνας δημοσιογράφος. Στο δυναμικό της κρατικής τηλεόρασης ανήκει για παράδειγμα η εξαιρετικά σοβαρή και καταρτισμένη για θέματα λογοτεχνίας Μαρία Χούκλη. Και σίγουρα η όποια αμοιβή της εικάζω ότι θα ήταν κατά πολύ μικρότερη του Μπερνάρ Πιβό.
Σε κάθε περίπτωση φαντάζομαι ότι το Ε.ΚΕ.ΒΙ. δεν θα σιωπήσει και θα απαντήσει στην εφημερίδα οπότε θα ενημερωθούμε σχετικά για την αλήθεια του ρεπορτάζ. Επαναλαμβάνω αυτό που ξέρω και καταλαβαίνω. Ο Πιβό είναι όντως ένας σπουδαίος παρουσιαστής με την ικανότητα να ’’εκλαϊκεύει’’ τις εκπομπές βιβλίου και να μην τις μετατρέπει σε διάλογο λογοτεχνικής συντεχνίας. Αλλά πόσο ακριβώς κοστίζει αυτό και ποια είναι πρακτικά η ανταπόδοση;
- Ο Βασίλης Χατζηγιαννίδης δεν κέρδισε τελικά το βραβείο της Ιντιπέντεντ αλλά αυτό δεν μειώνει την αξία της παρουσίας του στη short list των βραβείων. Καλός φίλος του blog μου έστειλε το λινκ με το σχετικό άρθρο της εφημερίδας για τα λογοτεχνικά της βραβεία. Όποιος θέλει να διαβάσει σχετικά ας κλικάρει στην παρακάτω διεύθυνση
http://enjoyment.independent.co.uk/books/news/article2502078.ece
- Με μπορχικές επιρροές (Golem, Alef κλπ.) και με ένα εξαιρετικό εναρκτήριο ποστ για τη…λαίδη Τσάτερλι κυκλοφορεί μεταξύ μας ένα νέο –με λογοτεχνικές επιρροές και ευαισθησίες- ιστολόγιο. Ρίξτε μια ματιά, δεν θα χάσετε τον χρόνο σας
http://alefmoha.blogspot.com/
Ευχές για μακροημέρευση στη blogό-σφαιρα όπου είναι φανερό πλέον ότι τα βιβλιοφιλικά-λογοτεχνικά blog κάνουν τη….διαφορά και από πλευράς θεματολογίας και από πλευράς ήθους.

Saturday, April 28, 2007

 

Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης (και η ερμαφρόδιτη Champions League)

’Εχω μια απορία που θα μου λυθεί μόνο με την ανάγνωση των αυριανών Κυριακάτικων εφημερίδων. Πόσες θα ασχοληθούν με την περίπτωση του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη στις λογοτεχνικές τους στήλες μια και πλησιάζει η Πρωτομαγιά; Να προβλέψω (για να αποφύγω και τα mail διαμαρτυρίας των κριτικών ότι μονίμως τους...αδικώ) ότι θα ασχοληθούν το πολύ-πολύ μια ή δύο και οι υπόλοιπες θα έχουν αγνοήσει τον έλληνα λογοτέχνη που βρίσκεται ante portas για μια μεγάλη διάκριση. Αντίθετα, θα μας ζαλίσουν πάλι με τα ομόλογα, τις διαπλοκές και τον τελικό της... ερμαφρόδιτης Champions League* που θα γίνει στην Αθήνα και προφανώς θα μας κοστίσει μια καραβιά ευρό για να εισπράξουμε σαν καλοί ραγιάδες τα μπράβο των ξένων για την ’’υπέροχη φιλοξενία’’…Μουσακάς, σουβλάκι και συρτάκι όπως ήταν το σήμα κατατεθέν του τουρισμού μας στη δεκαετία του ’70.
Κανονικά, η περίπτωση του Χατζηγιαννίδη έπρεπε να είναι πολυσέλιδο θέμα σε όλο τον τύπο. Αλλά κατά πως λέει και το δημοσιογραφικό δόγμα ’’τα καλά νέα δεν πουλάνε’’. Την Πρωτομαγιά ο εξαίρετος έλληνας λογοτέχνης θα μάθει αν κερδίζει το βραβείο στα Foreign Fiction Awards 2007 της βρετανικής εφημερίδας Ιντιπέντεντ. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά βραβεία που δίνονται στην Αγγλία και η απονομή θα γίνει την Τρίτη στη National Gallery του Λονδίνου. Το πρωτόλειο μυθιστόρημα του ’’Οι τέσσερις τοίχοι’’ έχει συμπεριληφθεί στη short list (μαζί με άλλα πέντε βιβλία) παρότι κυκλοφόρησε στη χώρα μας το 2001 μεταφράστηκε στην Αγγλία πέρυσι γι’ αυτό ακριβώς και είναι το προτεινόμενο προς βράβευση. Δυστυχώς, η εξαγωγή πνεύματος και πολιτισμού μέσα από τη λογοτεχνία προφανώς αφορά ελάχιστους (τον συγγραφέα και τον εκδοτικό του οίκο) και κανένα άλλον! Ο Χατζηγιαννίδης έχει εκδώσει και τα τέσσερα μυθιστορήματα του όχι σε κάποιο από τους μεγάλους και ονομαστούς εκδοτικούς οίκους αλλά στο μικρό ’’Ροδακιό’’. Δεν τον υποστηρίζουν τα….γρανάζια των μηχανισμών δημοσιότητας αλλά ένας εκδοτικός οίκος που διακρίνεται σε βάθος χρόνου για την ποιότητα των επιλογών του, τη μικρή επιλεκτική παραγωγή τίτλων και την αληθινή αγάπη της ιδιοκτήτριας του (έτυχε πριν δύο χρόνια να τη γνωρίσω στο περίπτερο του Ροδακιού σε μια έκθεση βιβλίου, συζητήσαμε για δέκα λεπτά και με εντυπωσίασε) και των συνεργατών της για την καλή λογοτεχνία. Ο Χατζηγιαννίδης δεν πουλάει φύλλα. Θα χαρεί μόνος του την επιτυχία του και διακριτικά θα τον παρακολουθεί με ενδιαφέρον αληθινό ή με αδιαφορία ο κόσμος του βιβλίου. Έχω μια απορία πέρα από το θέμα του τύπου, στο οποίο μπορεί και να λαθεύω (θα φανεί αύριο)…Το ΕΚΕΒΙ έκανε κάτι για να προβάλλει την υποψηφιότητα Χατζηγιαννίδη; Εντάξει για πιο πάνω δεν ψάχνω και δεν ρωτάω γιατί θα χαρακτηριστώ αφελής αν μπλέξω υπουργούς και υπουργεία…Καλή επιτυχία στον άξιο Χατζηγιαννίδη που εκτός από ’όλα τα υπόλοιπα μέσα από τη συγγραφή έχει κερδίσει και το παιχνίδι της ζωής, κάτι που νομίζω ότι είναι απείρως σημαντικότερο από τις βραβεύσεις και τις γιορτές. Μόλις περάσει η Πρωτομαγιά και ανεξάρτητα από το τι θα γίνει στην Αγγλία θα αφιερώσω ένα ολόκληρο ποστ στα τέσσερα μυθιστορήματα του σεμνού συγγραφέα!

* Φυσικά, και δεν υπάρχει ΤΟ Champions League αλλά H Champions League. Η ένωση των πρωταθλητών δηλαδή ή η ομοσπονδία ενώσεων πρωταθλητριών ομάδων. Η μετάφραση είναι σαφής και ξεκάθαρη αλλά προφανώς πριν από καμία εικοσαετία κάποιος αδαής ποδοσφαιρογράφος θα είπε ή θα έγραψε τη διοργάνωση με ουδέτερο γένος και έμεινε. Ερμαφρόδιτη, την έχουν κάνει τη διοργάνωση οι αδαείς. Από θηλυκό την έριξαν στο…ουδέτερο. Ψιλά γράμματα θα μου πείτε. Βαρέθηκα όμως να το βλέπω σε τίτλους εφημερίδων και τις ελάχιστες φορές που τυχαίνει να ρίχνω μια ματιά στην τηλεόραση να ακούω για….ΤΟ Champions League, ΤΟΥ Champions League και πάει λέγοντας.




**(updating του post)...Στις Κυριακάτικες εφημερίδες δεν υπήρχε ούτε μια αράδα αφιερωμένη στον συγγραφέα και την υποψηφιότητά του. Ούτε καν στην Καθημερινή που αφιέρωσε (συμπτωματικά) μια ολόκληρη σελίδα στην υπόθεση Λογοτεχνικά βραβεία ή στο ΒΗΜΑ που σε μια πλούσια ατζέντα με παρουσιάσεις και λογοτεχνικά δρώμενα της εβδομάδας δεν κρίθηκε σκόπιμο να συμπεριληφθεί η συγκεκριμένη εκδήλωση.

Tuesday, April 24, 2007

 

Μαθηματικά εγκλήματα

Η σχέση μου με τα μαθηματικά είναι πολύ παράξενη. Θυμάμαι εύκολα και άνετα αριθμούς, ημερομηνίες, κωδικούς, χρήσιμα ή άχρηστα νούμερα αλλά στα ακαδημαϊκά μου χρόνια δεν μπορώ να πω ότι είχα ιδιαίτερη έφεση. Αναγνωστικά, λοιπόν η έξαρση της μαθηματικής λογοτεχνίας που εκφράστηκε αρχικά με την επιτυχία του Θεωρήματος του παπαγάλου (Ντενί Γκετζ) και ειδικότερα στη χώρα μας με τον Απόστολο Δοξιάδη και το υπερ-επιτυχημένο ’’Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ’’ με άφησε αδιάφορο αφού τότε διάβαζα άλλα βιβλία. Δεν ξέρω αν αποτελεί αναγνωστικό κόλαφο αλλά δεν έχω ουδεμία επαφή με το είδος. Η μάλλον δεν είχα.

Το περασμένο καλοκαίρι έπεσαν στα χέρια μου δύο βιβλία του είδους (αν τελικά υπάρχει ως είδος και δεν είναι εκδοτικό εφεύρημα) ελλήνων συγγραφέων. Και τα δύο μου έκαναν εντύπωση. ’’Το επικηρυγμένο πρόβλημα’’ του Παυλιώτη και ο Κρατούμενος μηδέν του Καρβέλη (ένας εξαιρετικός συνδυασμός επιστημονικής φαντασίας, μαθηματικών, campus novel). Ξεθαρρεύοντας έφτασα και στον Τεύκρο Μιχαηλίδη, συγγραφέα δεκαέξι μαθηματικών βιβλίων που όμως στα 52 του αποφάσισε να καταπιαστεί και με τη λογοτεχνία. Διδάκτωρ μαθηματικών, μεταφραστής μαθηματικής λογοτεχνίας, βραβευμένος από τη γαλλική κυβέρνηση κατέθεσε τα ’’Πυθαγόρεια εγκλήματα’’ (εκδόσεις ΠΟΛΙΣ) που ουσιαστικά φλερτάρουν με πολλά διαφορετικά είδη. Μπορεί να είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με μαθηματικά στοιχεία και υφή ή ένα μαθηματικό βιβλίο με ’’μανδύα’’ την εξιχνίαση ενός εγκλήματος. Καλύπτοντας όμως πέρα από όλα αυτά και μέσα σ’ όλα αυτά μια εποχή τριάντα ετών με αφηγήσεις ή αναμνήσεις που αφορούν το Παρίσι της Belle Epoque, τους Βαλκανικούς πολέμους, το κίνημα στο Γουδί, την εποχή Βενιζέλου, τη Μικρασιατική καταστροφή διαθέτει ακόμη και στοιχεία ιστορικού μυθιστορήματος αφού ο δημιουργός έκανε μεγάλη έρευνα και δείχνει επιμονή στην καταγραφή διάφορων ιστορικών στοιχείων. Αναγνωστική συμβουλή: Όποιος δεν το έχει διαβάσει ακόμη (είναι εδώ και μήνες στις ψηλές θέσεις των ευπώλητων) ας μη μπει σε καμία απ΄ αυτές τις λογικές αλλά ας το δει σαν ένα κανονικό μυθιστόρημα. Ο Μιχαηλίδης κατορθώνει να κάνει πράξη την επιθυμία που είχε εκφράσει ο Μπρεχτ αξιώνοντας αστυνομικά μυθιστορήματα που να κινούνται σε διαφορετικές φόρμες, λογικές και μανιέρες.
Το ρόλο του αφηγητή στο βιβλίο αναλαμβάνει ο Μιχαήλ Ιγερινός, μαθηματικός με προέλευση την ανώτερη αστική τάξη ο οποίος πληροφορείται το 1929 τη δολοφονία του καλού του φίλου, μαθηματικού επίσης αλλά από τα φτωχά οικονομικά στρώματα, Στέφανου Κανταρτζή. Οι δύο τους έχουν γνωριστεί στη διάρκεια του Β’ Διεθνούς Συνεδρίου του 1900 στο Παρίσι όπου δίνουν το παρόν όλοι οι διάσημοι μαθηματικοί του πλανήτη. Οι δύο νέοι παίρνουν μια γεύση του Παρισιού της εποχής και μάλιστα γνωρίζονται με τον Πάμπλο Πικάσο, ένα από τα υπαρκτά πρόσωπα που αναμειγνύει επιτυχημένα στο μύθο ο Μιχαηλίδης. Ενώ τρέχουν οι αναμνήσεις του Ιγερινού η αστυνομία αξιολογώντας τα στοιχεία που έχει στην κατοχή της τον συλλαμβάνει ως δολοφόνο. Τυπικά δεν έχει κίνητρο και αφού φυλακίζεται στο εφετείο αθωώνεται και αποφυλακίζεται. Το τέλος του βιβλίου απέχει πολύ από οποιαδήποτε μαθηματική λύση ή λογική αλλά είναι αντάξιο συγγραφέα αστυνομικού μυθιστορήματος, αρκούντως ανατρεπτικό και αναπάντεχο. Για όποιον πάντως του αρέσει να μαντεύει (όλοι δεν το κάνουμε όταν πρόκειται για…δολοφόνο;) να γράψω απλά ότι το κλειδί για τη λύση βρίσκεται πολύ πιο πριν από τις τελευταίες αποκαλυπτικές σελίδες στο κεφάλαιο με τον τίτλο ΄΄Πρελούδιο’’ και στους στοχασμούς του Ιππάσιου, μαθητή του Πυθαγόρα και αργότερα δολοφονημένου από τους Πυθαγόρειους για το αν πρέπει η γνώση να μένει μυστική ή όχι. Και σε δεύτερο βαθμό, στις εξαγγελίες ενός μεγάλου μαθηματικού στο συνέδριο του 1900 της οποίας ο ένας φίλος γίνεται θιασώτης και ζηλωτής και ο έτερος φανατικός αρνητής. Δυστυχώς όμως για να φτάσει στην ανατροπή του τέλους και στην αποκάλυψη του δολοφόνου ο Μιχαηλίδης καταφεύγει στο στήριγμα του ψεύδους. Στη ροή του βιβλίου υπάρχουν ψεύτικά στοιχεία στην αφήγηση που αποπροσανατολίζουν εντελώς και αυτό ομολογώ ότι με εκνεύρισε. Συνοψίζοντας: Το βιβλίο του Μιχαηλίδη διαβάζεται εύκολα. Όσο παράξενο και αν φαίνεται η πολυσέλιδη αναφορά στο συνέδριο των μαθηματικών με μια απίστευτη αναφορά ονομάτων και μαθηματικών γρίφων ή προβλημάτων δεν κουράζει τους αμύητους στα μαθηματικά. Κυρίως, γιατί ο Μιχαηλίδης δεν γράφει με το στόμφο του επαϊόντα αλλά με την ευχέρεια του ακαδημαϊκού που μπορεί να εκλαϊκεύει τη γνώση. Πάντως, νομίζω, ότι οι συγκεκριμένες σελίδες όσο εύκολα διαβάζονται τόσο εύκολα….ξεχνιούνται. Αν κάτι με ενόχλησε ήταν η επιμονή, σε βαθμό εμμονής, του συγγραφέα με την απαρίθμηση τοπίων, κτιρίων και ιστορικών γεγονότων λες και ήθελε με….μαθηματική ακρίβεια να προσθέσει πεισματικά κάθε στοιχείο εποχής που συγκέντρωσε και να το ενσωματώσει στη ροή της ιστορίας. Ο Μιχαηλίδης πέτυχε στην απλούστευση των μαθηματικών όρων, απέτυχε δομικά και αφηγηματικά στο θέμα του φινάλε αλλά και στην υπερβολική περιγραφικότητα αλλά τελικά παραδίδει ένα πολυεπίπεδο βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί και σαν ένας μύθος για τις ταξικές διαφορές ή την αέναη επιστημονική μάχη ανάμεσα στο εκάστοτε κατεστημένο και στους πιθανούς νεωτεριστές που κομίζουν επαναστατικές καινοτόμες θεωρίες. Το σίγουρο είναι ότι παρά τα (αρκετά μικρά) μειονεκτήματα του θα σας ικανοποιήσει συνολικά. Ακόμη και αν η σχέση σας με τα μαθηματικά χάλασε κάπου στην έναρξη διδασκαλίας των εξισώσεων.


Βαθμολογία: 7,3

This page is powered by Blogger. Isn't yours?